Γράμμα για ένα έτος πανώλης. Της Jennifer Cooke


[Δημοσιεύθηκε στις 19 Μαρτίου στο communemag.com. Μετάφραση: Βίκυ Χατζοπούλου]

Όλα παίζουν

Ξυπνώ και ανοίγω το ραδιόφωνο για ν’ ακούσω το Σημερινό Πρόγραμμα στο Ράδιο 4 του BBC. Το Ιράν απελευθέρωσε 85.000 φυλακισμένους, ακούω. Επόμενο, ένας επιχειρηματίας σε απόγνωση. Αρνείται το πρωτοφανές δανειακό πακέτο που ανακοίνωσε η κυβέρνηση της Βρετανίας εχτές. Ερωτηθείς τι θέλει να κάνει η κυβέρνηση για το προσωπικό του, απαντά, «Να πληρώσει τους μισθούς τους, μόνο να πληρώσει τους μισθούς τους». Το μετρό τρεμοπαίζει στο βάθος του κήπου μου, βαγόνια-φαντάσματα περνούν το ένα μετά το άλλο, μεταφέροντας ελάχιστους ανθρώπους πια, αραιά διασκορπισμένους, την ώρα αιχμής της νέας κανονικότητας. Στο ραδιόφωνο συζητούν τη χορήγηση φαγητού με το δελτίο, για ν’ αποφευχθούν οι αγορές πανικού. Η αλυσίδα σούπερ μάρκετ Sainsbury’s ανακοίνωσε ειδικό ωράριο για τους άνω των 70, για να αποφύγουν τη μόλυνση. Η ζωή αλλάζει ταχύτατα, και η πολιτική επίσης. Πάγωμα των ενυπόθηκων δανείων, προστασία των ενοικιαστών, αποσυμφόρηση φυλακών, μείωση των εμπορικών επιτοκίων για τις επιχειρήσεις: οι δομές που μας ράβουν στο στρίφωμα του καθημερινού καπιταλισμού ξηλώνονται ταχύτατα.

Ο COVID-19 καλπάζει αχαλίνωτος σε ολόκληρη την υδρόγειο, διατρέχοντας τις εμπορικές οδούς και τις γειτονιές. Τα πάντα κλείνουν, η ζωογόνος δύναμη της πολιτιστικής μας ζωής εξανεμίζεται σιγά-σιγά, οι επιχειρήσεις βάζουν λουκέτο και ο χειροπιαστός κόσμος μας συρρικνώνεται ραγδαία. Ευτυχώς, πολλοί από μας διατηρούμε ακόμα τις ψηφιακές μας ζωές. Προς το παρόν τουλάχιστον. Με απασχολεί η βιωσιμότητα του παγκόσμιου διαδικτύου μπροστά στην τόσο εκτεταμένη μόλυνση και στον θάνατο, ταυτόχρονα όμως δεν γνωρίζω αρκετά για το πώς συντηρείται το διαδίκτυο. Αν όλοι στη Virgin Media αρρωστήσουν ή πεθάνουν, εγώ θα συνεχίσω να έχω ευρυζωνική σύνδεση; Δεν το ξέρω, παρόλο που είμαι σίγουρη ότι η άμεση χρέωση θα συνεχίσει να τραβά χρήματα απ’ τον λογαριασμό μου κάθε μήνα, ακόμα κι αν εγώ έχω εκπνεύσει σε κάποιον διάδρομο νοσοκομείου.

Αυτό που συμβαίνει δημιουργεί σε πολλούς μια παράξενη αίσθηση, αλλά εμένα μου είναι εξαιρετικά οικείο, πράγμα αλλόκοτο από μόνο του. Πέρασα τέσσερα χρόνια έρευνας για το διδακτορικό μου πάνω στην πανώλη – ως ασθένεια και ως μεταφορά για ένα σωρό πράγματα, άλλες μολυσματικές ασθένειες, πραγματικές και φανταστικές, μεταξύ άλλων. Πέρασα δυο ακόμη χρόνια μετατρέποντας αυτή τη διατριβή σε βιβλίο. Για χρόνια έβλεπα όνειρα με επιδημίες που εξαπλώνονται, και μερικά από αυτά βρήκαν διέξοδο στο βιβλιαράκι των ποιημάτων μου Όνειρα Αποκάλυψης. Ξέρω πάρα πάρα πολλά για τους καιρούς των επιδημιών και τη συμπεριφορά των ανθρώπων κατά τη διάρκειά τους. Η αλήθεια είναι ότι δεν μου πέρασε ποτέ απ’ τον νου ότι θα βίωνα κάτι τέτοιο, αλλά τώρα που αρχίζω και το ζω διαπιστώνω ότι τα ξέρω αυτά τα συναισθήματα και τα περιμένω, υπάρχουν εγγεγραμμένα στις ερευνητικές μου μνήμες.

Το Λονδίνο, όπου ζω, είναι επιδημικό hot spot. Μένω μέσα, κατά πολύ. Η μητέρα μου, στα εβδομήντα της με διαβήτη, μου λέει πως νιώθει σαν λεπρή. Της λέω ότι ζει ιστορικές στιγμές που θα καταλήξουν σε κοινωνικές αλλαγές αδιανόητες κατά τη διάρκεια της ζωής της. Της λέω να μένει μέσα. Η νύφη μου τηλεφωνεί ανήσυχη. Η Βρετανία δεν έχει ακόμα κλείσει τα σχολεία, αλλά η ίδια είναι ασθματική και κρατά τις κόρες της στο σπίτι. Ένα παιδί στο σχολείο τους έχει μολυνθεί. Την καθησυχάζω: σύντομα, πολύ σύντομα, τα σχολεία θα κλείσουν. Λίγα λεπτά μετά το τηλεφώνημά μας, ο Boris Johnson, ο ξεχαρβαλωμένος, φαφλατάς Πρωθυπουργός της Βρετανίας, υπαινίσσεται ότι το κλείσιμο των σχολείων είναι θέμα χρόνου. Για την ακρίβεια, τα σχολεία παίρνουν από μόνα τους αποφάσεις μπροστά στην πιθανή μόλυνση προσωπικού και μαθητών· το ίδιο κάνουν και οι γονείς. Στη Βρετανία αυτή τη στιγμή πολίτες, επιχειρήσεις και ιδρύματα δείχνουν να προηγούνται κατά ένα βήμα τής κυβέρνησης.

Τι μπορώ να σας πω για τις μολυσματικές επιδημίες; Τι θα μας συμβεί; Σύντομα, θα βλέπουμε ανθρώπους να φοβούνται ο ένας τον άλλον. Σύντομα, κάποιο celebrity με COVID-19 θα πεθάνει. Σύντομα, τα μολυσμένα σπίτια θα φέρουν ταμπέλες που προειδοποιούν τους ντελιβεράδες και τους γείτονες. Ή θα το κάνουν τα μη μολυσμένα σπίτια, σε μια προσπάθεια να καθησυχάσουν. Σύντομα, θα υπάρξουν κατοικίδια χωρίς ιδιοκτήτες, καινούρια αδέσποτα που θα τα βγάζουν πέρα μόνα τους. Οι πιο ευάλωτοι θα υποφέρουν ακόμα περισσότερο. Τα ποσοστά ενδοοικογενειακής βίας θα εκτοξευτούν. Θα δούμε ένοπλες δυνάμεις να περιπολούν τους δρόμους. Θα λέμε ο ένας στον άλλον απίστευτες ιστορίες που έχουμε ακούσει, ιστορίες βαναυσότητας, δυστυχίας αλλά και ηρωισμού, γενναιοδωρίας. Θα υπάρξει κοινωνική αναταραχή. Θα υπάρξουν τρελαμένοι αιρετικοί και παράξενες δοξασίες, καταστροφολάγνοι που θα αλυχτάνε για το τέλος του κόσμου. Θα υπάρξουν εκμεταλλευτές, τσαρλατάνοι και απατεώνες. Αλλά θα υπάρξουν επίσης απλές πράξεις καλοσύνης, αυξημένα τηλεφωνήματα ανάμεσα στα μέλη οικογενειών, ανάμεσα σε φίλους. Θα δουλεύουμε λιγότερο, αν δουλεύουμε. Θα υπάρξει παραλογισμός. Και θα υπάρξει απίστευτη κοινωνική αλληλεγγύη, για τους ανθρώπους από τους ανθρώπους. Θα επινοηθούν νέες ευρηματικές μορφές διασκέδασης και θα αναβιώσουν παλιότερες που έχουμε ξεχάσει ή παραχώσει στα βάθη της ντουλάπας μας. Θα υπάρξει απίστευτη βαρεμάρα και πολύ καθάρισμα. Αυτά μου λέει η γνώση μου.

Σε καιρούς κοινωνικής αποστασιοποίησης, αυτο-απομόνωσης και καθολικής καραντίνας ο κόσμος γίνεται μικρότερος και επιστρέφουμε σε μια κατάσταση όπου ο άμεσος περίγυρος έχει μεγαλύτερη σημασία. Το αν ο γείτονάς σου επιβιώσει μπορεί να εξαρτηθεί από σένα, το αν ο άνθρωπος που μένει δυο πόρτες παρακάτω καταφέρει να φτάσει στο νοσοκομείο ίσως εξαρτηθεί από το αυτοκίνητό μας. Του έχουμε ήδη δώσει το τηλέφωνό μας. Έχουν ήδη φτιαχτεί ομάδες στο facebook για συγκεκριμένες περιοχές ή δρόμους ή χωριά. Κυκλοφορούν ήδη λίστες να εγγραφείς για να βοηθήσεις αυτούς που βρίσκονται στην περιοχή σου ψωνίζοντας γι’ αυτούς, συγκεντρώνοντας φάρμακα ή απλώς για μια κουβέντα στο τηλέφωνο για να απαλύνεις τη μοναξιά όλων αυτών που αδυνατούν να βγουν έξω. Οι άνθρωποι το κάνουν αυτό από μόνοι τους. Εν τέλει, φαίνεται πως οι άνθρωποι ξέρουν να αυτο-οργανώνονται. Οι ακτιβιστές ανάμεσά μας το ξέρουν ήδη αυτό. Σε μερικές περιπτώσεις ηγούνται οι ίδιοι τέτοιων προσπαθειών, μα και τώρα ενώ δακτυλογραφώ γεννιούνται νέοι ακτιβιστές.

Το 1722, φοβούμενος την επιστροφή της βουβωνικής πανώλης στην Αγγλία, μετά την εμφάνισή της σε κάποιο λιμάνι της Γαλλίας, ο Daniel Defoe έγραψε το Ημερολόγιο του Έτους της Πανώλης, βασισμένο στο ξέσπασμα της επιδημίας του 1665, όταν εκείνος ήταν βρέφος. Έγραψε επίσης άλλη μια μικρότερη, λιγότερο γνωστή και λιγότερο διασκεδαστική πραγματεία, Δέουσα Προετοιμασία για την Πανώλη ή, δίνοντας τον εξαίσια δύσχρηστο ολοκληρωμένο τίτλο του Defoe, Δέουσα Προετοιμασία για την Πανώλη, όπως και για την Ψυχή ως Σώμα: Όπερ σημαίνει, εποχιακές ΣΚΕΨΕΙΣ πάνω στην Ορατή Προσέγγιση της παρούσης φρικτής ΛΟΙΜΩΔΟΥΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ στη Γαλλία· τα πλέον δέοντα Μέσα για την αποτροπή της και το σπουδαίο Έργο της υποταγής σε αυτήν. Εκεί ο Defoe κάνει έναν διαχωρισμό ανάμεσα στην προετοιμασία για την πανώλη και στην προετοιμασία ενάντια στην πανώλη. Για τον Defoe, όπως και για μας ετούτη τη χρονική στιγμή, η ασθένεια ήταν μια βεβαιότητα και οι άνθρωποι έπρεπε να είναι προετοιμασμένοι: με τη συσσώρευση αγαθών, με την αυτo-απομόνωσή τους αν ασθενούσαν, με τον περιορισμό των κοινωνικών επαφών. Το ξύδι είχε την τιμητική του, μιας και οι καταστηματάρχες απαιτούσαν να ρίχνονται μέσα τα νομίσματα για να καθαριστούν. Προβλέπω μια αναζωπύρωση της δημοτικότητας του ξυδιού. Ο Defoe ακολουθούσε τη θεωρία του μιάσματος, πιστεύοντας ότι η πανώλη διασπειρόταν από τον μολυσμένο αέρα, παρατήρησε όμως ότι οι άνθρωποι που συνωστίζονταν περισσότερο κολλούσαν συχνότερα. Τότε, όπως και τώρα, οι φτωχοί συνωστίζονταν περισσότερο και πέθαιναν μαζικότερα.

Η πανώλη του 1722 δεν έγινε ποτέ επιδημία ούτε και η ασθένεια πήρε ποτέ ξανά διαστάσεις επιδημίας στην Ευρώπη. Ο Defoe ήταν μια ελαττωματική Κασσάνδρα, που έγραφε και φώναζε για μια επιδημία που δεν ήρθε ποτέ. Ήταν πολυγραφότατος, είχε γράψει πολλά άρθρα προειδοποιώντας γι’ αυτό που θα ερχόταν. Μπορούμε άνετα να φανταστούμε τι μπελάς θα ήταν, αν είχε πρόσβαση στα social media. Ένα πράγμα, πάντως, που μας δείχνουν ξεκάθαρα τα γραπτά του είναι πως η ασθένεια δεν είναι ποτέ καθαρά ιατρικό θέμα. Τα γραπτά του συχνά συγχωνεύουν τη μόλυνση ως φυσική απειλή και ως επακόλουθο κάποιας αμαρτίας. Η Susan Sontag ερμήνευσε τη θεώρηση του Defoe για τον καρκίνο, τη φυματίωση και το AIDS με τη συνηθισμένη της δηκτική λακωνικότητα: ορισμένες ασθένειες προσφέρονται ως μεταφορές. Ο καρκίνος και η φυματίωση είναι εξατομικευμένες αρρώστιες. Ως τέτοιες, τις θεωρούσαν έκφραση του χαρακτήρα τού πάσχοντα. Τον δέκατο ένατο αιώνα ο φυματικός συχνά χαρακτηριζόταν ως εύθραυστη, δημιουργική ιδιοφυία. Τον εικοστό αιώνα, ο καρκίνος γίνεται πηγή ντροπής, ο σπόρος του θανάτου που κατατρώει τον πάσχοντα από μέσα, και συχνά συνδέεται με τον τρόπο ζωής. Το AIDS, όπως και η πανώλη και ο COVID-19, αποτελεί πάθηση της κοινότητας και παρουσιάστηκε από τον Τύπο όταν εμφανίστηκε ως τιμωρία της ομοφυλοφιλίας και ως πάθηση των μεταναστών και των χρηστών ναρκωτικών. Οι μεταδοτικές ασθένειες αποτελούν φορέα απατηλών και βαθιά επιζήμιων μοραλισμών που στοχοποιούν κοινωνικές μειονότητες. Αυτό άρχισε ήδη να διαφαίνεται με το tweet όπου ο Trump φόρτωσε στους Κινέζους τον COVID-19 βαφτίζοντάς τον «κινέζικο ιό», όπως και με την άνοδο των ρατσιστικών δράσεων εναντίον Ασιατών της Δύσης. Όλες οι χειρότερες πλευρές της κοινωνίας μας θα μεγεθυνθούν τις επερχόμενες μέρες, εβδομάδες και μήνες.

Ταυτόχρονα, ετούτοι είναι νέοι καιροί, είναι καιροί που θα μας δώσουν περισσότερο χρόνο. Οι οικογένειες θα περάσουν περισσότερες ώρες μαζί από ποτέ άλλοτε. Το τεράστιο σύστημα παιδικής φροντίδας που αποκαλούμε σχολική εκπαίδευση, ο μοχλός που επιτρέπει στους γονείς να εργάζονται, έχει σταματήσει ή είναι στα πρόθυρα σε διάφορες χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο. Η ζωή θα είναι εντελώς διαφορετική για όλους μας κατά τη διάρκεια αυτής της πανδημίας και, καθοριστικά, μετά από αυτήν. Ο COVID-19 θα μας φανερώσει επιδεικτικά πόσο σημαντικό είναι το σύστημα της δωρεάν υγείας, πόσο επαίσχυντα είναι τα κενά που θα καταπιούν τους ανθρώπους, πόσο πολύ περισσότερο θα μπορούσαμε να νοιαστούμε για την κοινότητά μας και να βοηθήσουμε τους γείτονές μας, πόσο σημαντικοί είναι οι άνθρωποι που αποκαλούμε «ανειδίκευτους» εργάτες, όπως οι εργαζόμενοι στη συλλογή απορριμμάτων και οι ντελιβεράδες, και πώς μπορούμε να αναδιοργανώσουμε τις ζωές μας, να δουλεύουμε λιγότερο, να βγάζουμε περισσότερα. «Δεν είναι καιρός για ιδεολογίες», είπε εχτές ο Rishi Sunak, ο Βρετανός Υπουργός Οικονομικών. Κάνει λάθος. Αυτή τη στιγμή, καθώς μπαίνουμε σε πλήρη απαγόρευση κυκλοφορίας, χρειαζόμαστε δημιουργική, γενναιόδωρη, ενθαρρυντική σκέψη για το πώς θέλουμε να αναδομήσουμε το μέλλον. Όλα γίνονται πιθανά. Όλα παίζουν.

* Η Jennifer Cooke είναι ακαδημαϊκός και ποιήτρια που ζει στο Λονδίνο και εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Loughborough. Τα γραπτά της αφορούν την πανώλη, το φύλο, την ποίηση, τη βιωματική γραφή, την κριτική θεωρία και τον φεμινισμό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: