Ανταπόκριση από την Κίνα: Από το ιογενές φαντασιακό στο επιδημικό ήθος. Οι συνέπειες της καραντίνας. Του Léon Alicem

[Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο lundimatin#234. Μετάφραση: Κατερίνα Αποστολοπούλου, Αντώνης Λαγαρίας, Κίμων Σχοινάς]

Από τη στιγμή που ανακοινώθηκε ότι ο Covid-19 έφτασε στη γαλλική επικράτεια, οι εικασίες σε σχέση με τα κυβερνητικά μέτρα αυξάνονται ραγδαία.

Ωστόσο, έχουν αρχίσει να διαφαίνονται δύο μεγάλες τάσεις: στη μία πλευρά βρίσκονται όσες και όσοι βλέπουν στην επιδημία την αφορμή που χρειάζεται η εξουσία για να ενισχύσει ακόμα περισσότερο την καταστολή των δημόσιων ελευθεριών. Αυτή η τάση εκφράστηκε κυρίως από την παρέμβαση του φιλοσόφου Giorgio Agamben στην Il Manifesto και βασίζεται ουσιαστικά στις πληροφορίες που μας έρχονται από την Κίνα σε σχέση με τη διαχείριση της κατάστασης. Στην άλλη πλευρά βρίσκεται μία κριτική της λανθασμένης διαχείρισης της υγειονομικής κατάστασης από το Κράτος, το οποίο δρα μόνο βάσει των οικονομικών του προτεραιοτήτων. Ουσιαστικά, καταλογίζουν στην κυβέρνηση ότι είχε υποτιμήσει το μέγεθος του προβλήματος και ότι δεν πήρε τα κατάλληλα μέτρα (άρα ευθύνεται άμεσα για την αδυναμία των υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης να αντιμετωπίσουν την κρίση). Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, η λανθασμένη διαχείριση οφείλεται σε δύο λόγους: στον ερασιτεχνισμό της παρούσας κυβέρνησης ή, αντιθέτως, στον δίχως τέλος κυνισμό της που την ωθεί να εθελοτυφλεί αντί να διακινδυνεύσει μία ύφεση της παραγωγικότητας και της οικονομίας. Κλείνει τα στάδια του ποδοσφαίρου αλλά όχι και τα αεροδρόμια, τα γραφεία ή την Disneyland. Προς το παρόν, φαίνεται ότι η τελευταία εκδοχή κυριαρχεί στις αποφάσεις της κυβέρνησης Macron, αλλά για πόσο καιρό; Γνωρίζουμε καλά άλλωστε, ότι μερικές τεχνικές εξουσίας, κάποιοι τρόποι πειθάρχησης των μαζών, πέρα από το να δρουν μεμονωμένα μπορούν να αλληλοσυμπληρώνονται. Και γι’ αυτό τον λόγο, το παράδειγμα της Κίνας μας φαίνεται εξαιρετικά πολύτιμο. Αν δεν είναι αυτή η κατεύθυνση που μοιάζει να επιλέγει η κυβέρνηση της Γαλλίας, είναι μία από τις τεχνικές που υπάρχουν στη διάθεσή της και έχει αποδειχθεί τρομακτικά αποτελεσματική.

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Κίνα

Πριν από μερικές εβδομάδες επεξεργαζόμουν στα σημειωματάριά μου κάποιες ιδέες για την κανονικοποίηση και την εσωτερίκευση του ελέγχου και της επιτήρησης από τον κινέζικο πληθυσμό, και συγκεκριμένα για μηχανισμούς όπως η «κοινωνική πίστωση» [1] και οι «πολιτισμένες πόλεις» [2], οι οποίοι αποσκοπούν στον ριζικό και διαρκή μετασχηματισμό της συμπεριφοράς του πληθυσμού. Τότε δεν μπορούσα να φανταστώ την τροπή που θα έπαιρναν τα γεγονότα. Γιατί αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά την επιδημία και την μάχη ενάντια στη διάδοσή της, μπορεί να διακρίνει μέσα από τους μηχανισμούς και τα πολυάριθμα μέτρα ότι η διαδικασία εγκλιματισμού του πληθυσμού στον ολικό έλεγχο και στην γενικευμένη επιτήρηση έχει περάσει στο επόμενο στάδιο. Ο φόβος του ιού, πολύ πιο έντονος και αποτελεσματικός από την απειλή της τρομοκρατίας, επιτρέπει πράγματι να νομιμοποιηθεί η καταστολή σε πρωτοφανή επίπεδα. Δεν πρόκειται πλέον για έναν «απλό», αυταρχικό έλεγχο που αποσκοπεί στη μαζική παρακολούθηση, στη λογοκρισία και στη χαλιναγώγηση των δικτύων πληροφορίας. Έχουμε τώρα έναν πραγματικό, φυσικό και υλικό, εξαναγκασμό: τον κατ’ οίκον περιορισμό μίας μεγάλης μερίδας του κινέζικου πληθυσμού [3]. Βλέπουμε όντως στις πόλεις να εμφανίζονται αληθινά «check-points» στην είσοδο των περισσότερων συνοικιών, και σε πολλές πολυκατοικίες υπάρχουν αυτοσχέδια οδοφράγματα έτσι ώστε να ελέγχεται και να εμποδίζεται η πρόσβαση στις κατοικίες. Παρ’ όλο που οι πολιτικές αποφάσεις και η διαχείριση της κρίσης αποτελούν αντικείμενα κριτικής και αμφισβητούνται, αυτό δεν συμβαίνει με την ίδια την καραντίνα. Αυτή χαίρει κοινής αποδοχής, καθώς μπροστά στον φόβο του ιού η πλειοψηφία του πληθυσμού μοιάζει να υπακούει εθελούσια θυσιάζοντας ατάραχα το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης.

«Η πόλη στην οποία κατοικώ στην Κίνα μοιάζει, εδώ κι ενάμιση μήνα, να έχει παγώσει σε μια θανατηφόρα ατμόσφαιρα, όπου οι σπάνιοι διαβάτες που τολμούν μια έξοδο κοιτάζονται αλλόκοτα. Πίσω από τις μάσκες τους θα μπορούσε να μαντέψει κανείς την έκπληξή τους κάθε φορά που διασταυρώνονται με ένα ανθρώπινο ον. Εγώ που είχα συνηθίσει, από τη στιγμή της άφιξής μου, στη φρενίτιδα και στην πολυκοσμία του δημόσιου χώρου, ανακαλύπτω τώρα την ησυχία, το κενό, τη μοναξιά, την αναμονή και την επανάληψη, οι οποίες έχουν γίνει τα μοναδικά συστατικά της μέρας μου. Ποτέ ξανά οι κοινωνικές επαφές μου δεν είχαν περιοριστεί σε τέτοιο βαθμό – στο τηλέφωνό μου. Σ’ αυτή τη συγκεκριμένη περίοδο μόνο έτσι μπορώ να επικοινωνώ. Έχω την αίσθηση ότι η κοινωνική επαφή έχει χάσει τη φυσική και οργανική της διάσταση, εξ αιτίας του γεγονότος ότι οι άνθρωποι είναι κλεισμένοι σπίτι τους, απομονωμένοι στα διαμερίσματά τους, αλλά κι επειδή και στην περίπτωση που θα βγούνε, όλα έχουν γίνει με τέτοιο τρόπο ώστε να ελαχιστοποιηθούν όσο περισσότερο γίνεται οι ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις. Στην είσοδο κάθε δημόσιου κτηρίου, στην είσοδο κάθε μαγαζιού, στην είσοδο κάθε λεωφορείου, υπάρχουν ελεγκτές που μετρούν τη θερμοκρασία και εμποδίζουν όσους έχουν πυρετό να εισέλθουν. Κατά διαστήματα, έχω την εντύπωση ότι ζω μέσα σε μια γενικευμένη σχιζοφρένεια: ενώ παρακολουθώ καθημερινά την αύξηση του ελέγχου και των προληπτικών μέτρων [4], οι επίσημες ανακοινώσεις και στατιστικές είναι θετικές και ενθαρρυντικές, αναγγέλλοντας την αρχή του τέλους. Τι να εμπιστευτώ; Τους δημόσιους λόγους ή τα πολιτικά μέτρα; Η φωνή της κυβέρνησης στοχεύει στον καθησυχασμό, ενώ το χέρι της επιβεβαιώνει και ενισχύει την ανησυχία μου».

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Κίνα. Δεν είναι το φάντασμα του καπιταλισμού. Ούτε αυτό της τρομοκρατίας.

Είναι ένα ιογενές φάντασμα.

Μπροστά στην επιδημία που κατακτά την Ιταλία, ο Giorgio Agamben μιλάει για «μία πραγματική ανάγκη για καταστάσεις συλλογικού πανικού» [5]. Είναι αλήθεια ότι το κλίμα φόβου που έχει χαραχθεί βαθιά στις συνειδήσεις από την πολιτική και μιντιακή χειραγώγηση της τρομοκρατίας, καθιστά τα άτομα εύκολους δέκτες κάθε κινδυνολογίας. Παρ’ όλ’ αυτά, η τρομοκρατία σαν όργανο φόβου έχει τα όριά της: η συχνότητά της είναι πολύ «τυχαία» και τα πιθανά θύματα δεν είναι «και τόσο πολλά». Δεν αρκεί για να ανησυχεί πραγματικά και συνεχώς ένας ολόκληρος πληθυσμός. Η απειλή του ιού, περισσότερο ικανή στο να ανησυχεί τον καθένα μας, παράγει τις συνθήκες για μια γενίκευση του φόβου. Η πολιτική χειραγώγηση της επιδημίας, την οποία ενισχύει ο βομβαρδισμός από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, μοιάζει πολύ πιο αποτελεσματική για την παραγωγή ενός καθολικού πανικού και μιας γενικής παράλυσης.

Το καθεστώς ασφάλειας της κατάστασης εξαίρεσης

«Εδώ και σαράντα δύο μέρες μου ζητούν επιτακτικά να αποφεύγω να βγαίνω από το σπίτι μου. Όλα είναι φτιαγμένα έτσι ώστε να με αποθαρρύνουν: η αυστηρότητα και η συχνότητα των ελέγχων, οι ατελείωτες καταγραφές για να μπορέσω απλώς να βγω από το σπίτι μου ή να μετακινηθώ στα ελάχιστα ανοιχτά καταστήματα. Επιπλέον, χρειάστηκε να υπομείνω έναν αρκετά εξωφρενικό αριθμό ερωτημάτων σε σχέση με την κατάσταση της υγείας μου και το ιστορικό των ταξιδιών μου των τελευταίων δύο μηνών. Οι εργοδότες μου, η επιτροπή παρακολούθησης της κατοικίας μου και η αστυνομία με ανέκριναν επίσης, ζητώντας να μάθουν μέχρι και το πόσα τρένα χρησιμοποίησα στις πρόσφατες μετακινήσεις μου.

Ο δήμος εγκαινίασε πρόσφατα μια ηλεκτρονική εφαρμογή με στόχο “να διευκολύνει την καταγραφή και την πρόσβαση σε δημόσιους χώρους”. Επεξήγηση: “συστηματοποίηση και γενίκευση του φακελώματος και του ελέγχου των μετακινήσεων”. Πρόκειται πράγματι για την καταγραφή και της πιο ασήμαντης μετακίνησης με συστηματικό και ψηφιακό τρόπο. Μικρή σημασία έχει αν πρόκειται για μια έξοδο από το σπίτι, τη χρήση ενός λεωφορείου, την πρόσβαση σε ένα πάρκο, σε ένα σουπερμάρκετ, σε ένα μουσείο ή σε μια δημόσια υπηρεσία, όλες οι μετακινήσεις πρέπει και μπορούν να καταγραφούν, ψηφιοποιηθούν, αρχειοθετηθούν, έτσι ώστε να είναι επεξεργάσιμες και αναλύσιμες αν προκύψει ανάγκη και κατά συνέπεια να μπορούν να ληφθούν μέτρα σε σχέση με το ιστορικό των μετακινήσεων και τη χρήση δημόσιων χώρων. Εν ολίγοις, στο εσωτερικό του Τείχους, τίποτα πλέον δεν πρέπει να βρίσκεται έξω από τον έλεγχο του “Ματιού”, τίποτα πλέον δεν πρέπει να μπορεί να αποφύγει την καταγραφή και την ποσοτικοποίηση, τον έλεγχο, την παρακολούθηση και την εμπορευματοποίηση. Με άλλα λόγια, πώς μπορεί, με πρόσχημα την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης λόγω επιδημίας, να εγκατασταθεί ένα σύστημα ολικού ελέγχου των συμπεριφορών, μετακινήσεων και συναναστροφών κάθε ατόμου. Όλα θα ανιχνεύονται και θα καταγράφονται. Είτε πρόκειται για συστήματα ελέγχου των μετακινήσεων είτε για τη λογοκρισία του διαδικτύου, στην ουσία τους αυτά τα φαινόμενα τείνουν σε κοινούς στόχους και ίδιες λογικές. Μέσω αυτής της ηλεκτρονικής εφαρμογής σχεδιάζεται έτσι ένα νέο ψηφιακό σύστημα που συντελεί στην πανοπτική ολοκλήρωση μιας παροξυσμικής μαζικής παρακολούθησης».

Από τον κοινωνικό και οικονομικό έλεγχο, περνάμε σήμερα σε μια μορφή ολικού ελέγχου. Όμως, όλα αυτά δεν σταματάνε εδώ. Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε πως πρόκειται για ένα είδος μεγάλης πρόβας, μιας επίδειξης. Αλλά και μιας δοκιμής, σαν η κινέζικη κυβέρνηση να άδραξε την παρούσα ευκαιρία και να την χρησιμοποίησε προς όφελός της για να δοκιμάσει πόσο υπάκουος –κάποιοι θα λέγανε πόσο πειθαρχημένος– είναι ο πληθυσμός της, κατά πόσο συμμορφώνονται στα μέτρα περιορισμού και εγκλεισμού, και όλο αυτό ιδανικά έχοντας μια εμπιστοσύνη προς τους υψηλούς κυβερνητικούς κύκλους και παραχωρώντας τις τύχες τους στα χέρια της κεντρικής ελίτ. Αυτό το επεισόδιο εγκλεισμού στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της επιδημίας λειτουργεί ως μια μεταμφιεσμένη προσπάθεια για την εφαρμογή νέων μηχανισμών ελέγχου του πληθυσμού.

Φυσικά υπάρχουν και «μαύρα πρόβατα», διαμαρτυρίες και αμφισβητήσεις. Ενώ η κυβέρνηση καταβάλλει προσπάθειες να σώσει την υπόληψή της με κάθε τρόπο, ελέγχοντας την ενημέρωση και την κοινή γνώμη, πολλοί «που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου» και «πολίτες-δημοσιογράφοι» προσπαθούν να ενημερώσουν τον πληθυσμό για την αλήθεια της κατάστασης. Αλλά αυτοί που πληροφορούν ή φωνάζουν με όλη τους τη δύναμη τις διαφωνίες τους, εξαφανίζονται. Το να αναστατώνει κανείς την ηρεμία της κοινής γνώμης δεν ευνοεί την εθνική σταθερότητα: καλύτερα να ερεθίζει κανείς τον πατριωτικό πυρετό παρά να ξυπνά την κριτική συνείδηση. Έτσι, όπως και τους τελευταίους μήνες στις κινητοποιήσεις στο Χονγκ Κονγκ, η εξουσία καταστέλλει και φυλακίζει. O Li Wenliang, ο oφθαλμίατρος ο οποίος από τον Δεκέμβρη προειδοποίησε για την επικείμενη επιδημία, αρχικά κλήθηκε από τις αρχές και υποχρεώθηκε να ομολογήσει ότι πρόκειται για «συκοφαντίες» (ένα είδος εκφοβισμού και διαταγής να σιωπήσει και να μην εκφράζεται δημοσίως), πριν τελικά υποκύψει στον ιό πριν από μερικές εβδομάδες. Στη συνέχεια, η ξαφνική εξαφάνιση του δημοσιογράφου Chen Qiushi. Δικηγόρος στο επάγγελμα, είχε φτάσει στην Ουχάν λίγο πριν την εφαρμογή της καραντίνας, ώστε να πραγματοποιήσει μια επιτόπια ανταπόκριση μέσω βίντεο που ανέβαζε στο διαδίκτυο, όπως και ο Fang Bing, κάτοικος της Ουχάν, ο οποίος αυτοπροδιορίστηκε ως δημοσιογράφος ώστε να ενημερώσει για την πραγματικότητα που βίωνε η πόλη. Και αυτός δημοσίευε στο διαδίκτυο αμοντάριστα βίντεο με «εικόνες της καθημερινότητας στην Ουχάν», όπως τα αποκαλούσε, επισκεπτόμενος κυρίως τα νοσοκομεία. Πολύ γρήγορα οι αρχές πήγαν στο σπίτι του και τον συνέλαβαν βάζοντας τέλος στη δραστηριότητά του. Και άλλες συλλήψεις ακολούθησαν, όπως αυτή του Xu Zhiyong, ακτιβιστή των ανθρώπινων δικαιωμάτων και γνωστό στις αρχές, ο οποίος είχε φυλακιστεί και στο παρελθόν. Είχε μόλις δημοσιεύσει μια ανοιχτή επιστολή προς τον πρόεδρο Xi Jinping όπου ζητούσε δημόσια την παραίτησή του [6]. Λίγες μέρες αργότερα διατάχτηκε αυθαίρετα ο κατ’ οίκον περιορισμός του Xu Zhangrum, διανοούμενου και καθηγητή του φημισμένου Πανεπιστημίου Tsinghua στο Πεκίνο, καθώς και συγγραφέα ενός εμπρηστικού κειμένου ενάντια στην κυβέρνηση [7]. Για άλλη μια φορά φίμωσαν όσους δημόσια ασκούσαν αντιπολίτευση, με τελικό στόχο να εξαφανίσουν κάθε κριτική. Υπάρχει μια επίγευση από Όργουελ εδώ: εάν εμποδίσουμε την έκφραση της αντιπολίτευσης και της κριτικής, αυτές αρχίζουν να εξαφανίζονται σε δημόσιο και συλλογικό επίπεδο ώστε τελικά να μην είναι δυνατόν να νοηθούν ούτε ατομικά. Είναι, εν ολίγοις, η ολοκλήρωση ενός συστήματος ολικού ελέγχου των συνειδήσεων και του φαντασιακού.

Ωστόσο, αυτή η λογοκρισία δεν λειτουργεί μόνο στη δημόσια σφαίρα: στην Κίνα, αυτό που ο Xu Zhangrum ονομάζει μια μορφή “Big Data totalitarianism” και “WeChat terrorism[8] σημαίνει επίσης εξαφάνιση κάθε ορίου ανάμεσα στην προσωπική και τη δημόσια σφαίρα, όσον αφορά την υποταγή στην παρακολούθηση. Η λογοκρισία δεν αφορά μονάχα τις δημόσιες αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα [9] : η παρακολούθηση και η λογοκρισία διεισδύουν μέχρι τις προσωπικές συζητήσεις στο WeChat [10] το οποίο υποκύπτει εξίσου στις κυβερνητικές απαιτήσεις για «αποδεκτό» περιεχόμενο. Αρκετοί συνδυασμοί λέξεων είναι κυριολεκτικά «απαγορευμένοι», με την έννοια πως είναι απλώς αδύνατον να τους στείλεις στον συνομιλητή σου. Οι αλγόριθμοι του chat αναλύουν το σημασιολογικό περιεχόμενο των εικόνων και των κειμένων που στέλνονται και διαγράφουν το «ανεπιθύμητο» περιεχόμενο πριν τα παραλάβει ο δέκτης, τόσο αποτελεσματικά ώστε είναι αδύνατον να έχεις μια προσωπική συνομιλία για «ευαίσθητα» θέματα, όπως για την κατάσταση της παρούσας επιδημίας, π.χ., ή τον θάνατο του γιατρού Li Wenliang, ή ακόμα την κατάσταση στο Θιβέτ ή στο Σιντσιάνγκ (περιοχή των Ουιγούρων).

Εξάλλου αυτή η αυτόματη λογοκρισία δεν είναι ο μόνος τρόπος ελέγχου της πληροφορίας στα κινέζικα κοινωνικά δίκτυα. Έχουν εντοπιστεί πολλές περιπτώσεις διαγραφής στοχοποιημένων ομάδων στα κοινωνικά δίκτυα, όπως για παράδειγμα η διαγραφή της ανοιχτής ομάδας συζήτησης των πολιτών της Τζινίνγκ την επόμενη μέρα της ανακάλυψης μιας επιδημικής εστίας, με διακόσια επιβεβαιωμένα κρούσματα, μέσα στη φυλακή της πόλης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τοπική κυβέρνηση, ανησυχώντας πως οι πολίτες μπορεί να ανταλλάξουν πληροφορίες σχετικά με το ζήτημα, προτίμησε να κλείσει όλες τις ανοιχτές ομάδες συζήτησης ώστε να εμποδίσει κάθε ανταλλαγή πληροφοριών.

Μια τέτοια συνθήκη επιδημικής κρίσης είναι πραγματική τύχη για μια κυβέρνηση – για οποιαδήποτε κυβέρνηση άλλωστε. Πρόκειται για την τέλεια ευκαιρία, μπορούν να εκμεταλλευτούν την ευνοϊκή συνθήκη και να καθιερώσουν την κατάσταση εξαίρεσης [11]. Στην Κίνα δοκιμάζεται έτσι σε μεγάλη κλίμακα μία καινούργια πολιτική, κοινωνική και οικονομική οργάνωση της καραντίνας, στην οποία οι φυσικές αλληλεπιδράσεις έχουν σχεδόν πάψει να υπάρχουν και όπου το ουσιαστικό μέρος της ύπαρξης εκτυλίσσεται μέσα στους τέσσερις τοίχους των διαμερισμάτων μας. Κυρίως όμως στο πλαίσιο της επιδημικής κρίσης, η κρατική εξουσία βρίσκει τη δικαιολογία –όχι ότι την χρειάζεται απαραίτητα– για να συλλάβει και να φυλακίσει τους αντιφρονούντες. Ωστόσο, η Κίνα δεν έχει το μονοπώλιο των αυταρχικών μέτρων. Οι ΗΠΑ, πρωτίστως με το Patriot Act, εγκαινίασαν μετά την 11η Σεπτεμβρίου την τάση μετατροπής του Κράτους Δικαίου σε Κράτος Ασφάλειας [12]. Και στη Γαλλία, επίσης, ποιος μπορεί να ξεχάσει τις καταστροφικές συνέπειες για τις ατομικές και συλλογικές ελευθερίες των επιθέσεων του 2015 [13]; Η κατάσταση εξαίρεσης που προκύπτει από την επιδημία του Covid-19 αποτελεί μέρος μιας ήδη υπάρχουσας παγκόσμιας τάσης: την εγκαθίδρυση μίας μόνιμης κατάστασης έκτακτης ανάγκης, όπου η εξαίρεση γίνεται κανόνας, ο φόβος καθημερινότητα, η ελευθερία μια θολή ανάμνηση.

Από τo ιογενές φαντασιακό στο επιδημικό ήθος

Ο περιορισμός που επιβάλλεται από αυτό το κράτος επιδημικής εξαίρεσης επιφέρει πολυάριθμες κοινωνικές και οικονομικές μεταλλάξεις, μεταβάλλοντας τόσο τους κανόνες συμπεριφοράς όσο και τις αναπαραστάσεις. Ένα πραγματικό ήθος καραντίνας διαμορφώνεται και ριζώνει υπομονετικά στις συνειδήσεις όσο ο περιορισμός διαρκεί. Ορισμένες συμπεριφορές αναδύονται και εμφιλοχωρούν προοδευτικά στην κινέζικη κοινωνία, διεισδύοντας σιγά σιγά στα ατομικά και συλλογικά ήθη. Κάποιες άλλες, ήδη ενεργές, ενισχύονται και παγιώνουν την κυριαρχία τους πάνω στα σώματα και τα πνεύματα. Γενικά, όλες εγγράφονται και ριζώνουν με τρόπο πολύ πιο βαθύ και μόνιμο.

Αυτό το καινούργιο επιδημικό ήθος αλλοιώνει τις αναπαραστάσεις, τροποποιεί τις συμπεριφορές, επιβάλλοντας έναν συνολικό προγραμματισμό της ζωής, ο οποίος ενορχηστρώνεται από ένα δαντικό πολιτικό και βιομηχανικό σύμπλεγμα που βασίζεται στην εμπιστοσύνη που έχει στο οπλισμένο του Χέρι, στις επενδύσεις στο τεχνολογικό του Μάτι και στην κυριαρχία του πάνω στη μιντιακή Γλώσσα προκειμένου να εξασφαλίσει αυτό που περιγράφεται εδώ ως «διατήρηση της σταθερότητας» [14]. Η μόνη σταθερότητα που επιδιώκεται είναι αυτή του κόμματος, και μόνη διατήρηση, αυτή του σημερινού αρχηγού, όσο αυτό θα είναι απαραίτητο, δηλαδή επ’ αόριστο. Επί της ουσίας, χωρίς πραγματικό κοινωνικό όραμα δεν υπάρχει προσδιορισμένος στόχος. Το επεκτατικό παράδειγμα που στοχεύει στην παγκόσμια ηγεμονία, όσο αφομοιώνει τα παλιά σύνορα τόσο επινοεί καινούργια που θα πρέπει να καταργήσει. Προκειμένου να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα και τη σταθερότητά του μέσα από την πραγμάτωση τέτοιων βλέψεων, είναι προφανώς σημαντικό να καταπνίξει κάθε επιθυμία εξέγερσης, κι ακόμα περισσότερο, να απομακρύνει οριστικά κάθε επιθυμία για αλλαγή και να εκμηδενίσει κάθε διαφορετικό φαντασιακό. Αυτή η μείωση των εναλλακτικών πραγματώνεται συγκεκριμένα μέσα από την επιβολή ενός μοναδικού πλαισίου ζωής από το οποίο κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει, που ορθώνεται ως μοναδικός πιθανός αλλά και επιθυμητός ορίζοντας, ως ο μόνος ορίζοντας που μπορούμε να φανταστούμε.

Ό,τι ελέγχει το φαντασιακό ελέγχει και τα σώματα.

Το ιογενές φαντασιακό, βασιζόμενο στον φόβο που μεταδίδει, επιβάλλεται αυτή τη στιγμή σαν επιδημικό ήθος τροποποιώντας βαθιά αυτό που μέχρι πρότινος αποκαλούσαμε ζωή.

Είναι σημαντικό να ονοματίσουμε αυτές τις μεταλλάξεις και να τις καταδείξουμε ούτως ώστε να μη βρεθούμε σε σύντομο χρονικό διάστημα αντιμέτωποι με καταστάσεις που θα εμφανίζονται ως ήδη εσωτερικευμένες βεβαιότητες, δίχως να μπορούμε να θυμηθούμε τι προκάλεσε την εμφάνισή τους. Ας μην είμαστε τυφλοί μπροστά στο πώς αλλάζουν σήμερα οι συνθήκες ύπαρξης και η καθημερινότητα ενός ανθρώπου σ’ αυτή τη χώρα. Γενικευμένο κλίμα φόβου, αχαλίνωτες υγειονομικές πρακτικές, κανονικοποίηση του ολικού ελέγχου. Όλα αυτά στην πραγματικότητα κυοφορούνταν εδώ και κάμποσο καιρό και απλά γίνονται πιο έντονα στην ολοκληρωτική τους κυριαρχία. Αυτές οι μεταβολές μπορεί να φαίνονται ριζικές, αλλά δεν είναι παρά η ολοκλήρωση του απολυταρχικού σχεδίου –ας το πούμε επιτέλους με το όνομά του– που είναι συμφυές με τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό και την «σοσιαλ-κομμουνιστική» του εκδοχή τού ΚΚΚ, καθώς και με όλες τις αφηρημένες και συγκεκριμένες μορφές μέσα από τις οποίες αυτή η οικονομική, κοινωνική, τεχνολογική, πολιτική και παραγωγική οργάνωση πραγματώνεται στις διάφορες κοινωνίες που αφομοιώνει.

«Εδώ και σαράντα δύο μέρες λοιπόν, οι έξοδοί μου είναι ιδιαίτερα περιορισμένες. Έτσι κι αλλιώς, όλα είναι κλειστά, και επιπλέον οφείλω να υποτάσσομαι στην τηλεργασία. Μέσα απ’ αυτήν εξάλλου το όριο ανάμεσα σε ιδιωτική και εργασιακή σφαίρα εξαφανίστηκε εντελώς. Η δουλειά διείσδυσε στο σύνολο του υπάρχοντος χρόνου. Υπάρχει στην Κίνα αυτό που ονομάζουμε “996”: να δουλεύει κανείς από τις 9 το πρωί μέχρι τις 9 το βράδυ, κι αυτό έξι μέρες την εβδομάδα. Από τότε που περάσαμε στην τηλεργασία, είναι σαν το “996” να παραχώρησε τη θέση του στο “007”. Σε τέτοιο βαθμό που ορισμένες εταιρείες ανακοινώνουν ότι θέλουν να επισημοποιήσουν αυτό το σύστημα τηλεργασίας μετά το τέλος της επιδημίας. Μάννα εξ ουρανού για τους εργοδότες που καταφέρνουν επιτέλους την πλήρη δέσμευση του χρόνου των υπαλλήλων. Πράγματι, δεδομένου ότι οι ώρες παρουσίας στο γραφείο καταργούνται και ότι οι υπάλληλοι βρίσκονται εφεξής διαρκώς στον “χώρο εργασίας” τους, μοιάζει προφανές ότι θα όφειλαν να είναι εντελώς και πλήρως διαθέσιμοι για τη δουλειά τους, κάθε ώρα και κάθε στιγμή της μέρας και της νύχτας. Και έτσι το ήδη πολύ λεπτό όριο ανάμεσα σε εργασιακή και ιδιωτική σφαίρα τελικά εκμηδενίζεται, και το αφεντικό αποκτά πλέον πλήρη κυριαρχία πάνω στον χρόνο ζωής και δουλειάς των υπαλλήλων του».

Υπάρχουν κι άλλες πίστες προς χαρτογράφηση. Μια βασική πλευρά αυτού του καινούργιου τρόπου οργάνωσης που κυοφορείται, πραγματώνεται με την ολοένα και μεγαλύτερη εξάρτηση από τα μεγαθήρια του ψηφιακού και διαδικτυακού εμπορίου. Πράγματι, οι Tencent και Alibaba, γίγαντες της ψηφιακής τεχνολογίας και της μαζικής κατανάλωσης μέσω διαδικτύου, είναι αυτοί που επωφελούνται ευρέως από τη σημερινή κατάσταση. Πράγματι, γι’ αυτούς θα ήταν πολύ επικερδές εάν αυτή η κατάσταση γινόταν ένας διαρκής τρόπος ύπαρξης. Με αυτόν τον τρόπο θα γίνονταν οι μόνοι προμηθευτές καταναλωτικών αγαθών μέσω των εφαρμογών τους, και η διανομή κατ’ οίκον, φαινόμενο ήδη κοινό και σύνηθες στην Κίνα, θα κατέληγε να επιβληθεί ως το μοναδικό μέσο πρόσβασης στα καταναλωτικά αγαθά. Μπροστά στον πόλεμο, στον κίνδυνο και τους περιορισμούς των επαφών και των συγκεντρώσεων, κάθε δυνατότητα συνάντησης με στόχο συλλογικές πολιτικές συζητήσεις εκμηδενίζεται. Τέλος, καθώς δεν θα μπορούμε να έχουμε πρόσβαση και να απολαμβάνουμε τις συνήθεις διασκεδάσεις, η κατ’ οίκον κατανάλωση θα γίνει μακροπρόθεσμα η μόνη δυνατότητα διασκέδασης, εφόσον κάθε εξωτερική δραστηριότητα θα έχει εκμηδενιστεί. Όλα αυτά μοιάζουν με μακάβριο όραμα ενός δυστοπικού μέλλοντος που ανακοινώνεται πρόωρα στο παρόν μας. Ένα μέλλον από τεχνητές καταναλωτικές απολαύσεις, νοσηρή ατμόσφαιρα, όπου οι ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις θα έχουν παραλύσει εξαιτίας του κινδύνου μετάδοσης του ιού. Μια συλλογική και ατομική πραγμάτωση μέσα από την κατανάλωση, η όποια ενδεχομένως θα παίζει έναν ρόλο ταυτόχρονα καθαρτικό και ανακουφιστικό, επιτρέποντάς μας να ξεχάσουμε την πραγματική και ανεπανόρθωτη υποβάθμιση του κόσμου μας, εγκαταλείποντας τους εαυτούς μας στην τεχνητή γοητεία ενός ψεύτικου σύμπαντος, εξολοκλήρου κατασκευασμένου για να μας διασκεδάσει και κατεξοχήν προσανατολισμένου προς την εμπορευματοποίηση της ύπαρξης.

«Θέλω να τονίσω ότι αυτοί που πολιτικοποιούν τον ιό είναι τόσο επικίνδυνοι όσο κι αυτοί που τον αγνοούν». Αυτή η φράση, που αλιεύθηκε από τα κινέζικα κοινωνικά δίκτυα, συνοψίζει καλά την κατάσταση.

Léon Alicem


[1] René Raphaël και Ling Xi, «Bons et mauvais Chinois», Le Monde Diplomatique, Ιανουάριος 2019.

[2] Léo Kloeckner, «L’image de propagande en Chine, outil du contrôle social: le cas de Pékin», Géoconfluences, 2016, online στις 14 Φεβρουαρίου 2016.

[3] Raymond Zhong και Paul Mozur, «To tame coronavirus, Mao-style social control blankets China», The New-York Times, 16 Φεβρουαρίου 2020.

[4] Απ’ όταν ξεκίνησε η επιδημία, οι μηχανισμοί ελέγχου και τα υγειονομικά μέτρα δεν έχουν σταματήσει να εντείνονται: καραντίνα, «check-points» στις εισόδους των συνοικιών και των κατοικιών, έλεγχοι της θερμοκρασίας, ηλεκτρονικό φακέλωμα των ασθενών, ταξινόμηση σύμφωνα με κωδικούς χρωμάτων, εφαρμογή του συστήματος «Close Contact Detector» που επιτρέπει να προσδιοριστεί αν ήρθε κάποιος ή όχι σε επαφή με ασθενή, συστηματική καταγραφή στην είσοδο των δημόσιων χώρων, αναγκαστική χρήση της μάσκας σε εξωτερικούς χώρους, έλεγχος διαβατηρίων σε όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς, πολυάριθμα έντυπα και ανακρίσεις σχετικά με προηγούμενα ταξίδια, σχολεία και πανεπιστήμια κλειστά, παύση εργασίας για πολλές επιχειρήσεις, απολύμανση δρόμων και πολυκατοικιών, κλείσιμο ολόκληρων δρόμων, ολόσωμες στολές για τους υπαλλήλους των σούπερ-μάρκετ, εγκαθίδρυση ενός συστήματος «διανομής χωρίς επαφή», απαγόρευση εισόδου στις πολυκατοικίες και τα σπίτια σε όσους δεν είναι κάτοικοι, εφαρμογή ενός συστήματος περιορισμού των εξόδων (διαφορετικά συστήματα ισχύουν ανάλογα με τις κατοικίες: εναλλασσόμενες έξοδοι, καθημερινά όρια ανά κάτοικο ή οικογένεια, κτλ).

[5] Giorgio Agamben, «Lo stato d’eccezione provocato da un’emergenza immotivata», Il Manifesto, 26 Φεβρουαρίου 2020.

[6] Xu Zhiyong, «Dear Chairman Xi, It’s Time for You to Go», (μτφρ. Geremie R. Barmé), 26 Φεβρουαρίου 2020.

[7] Xu Zhangrun, «Viral Alarm: When Fury Overcomes Fear», (μτφρ. Geremie R. Barmé), 10 Φεβρουαρίου 2020.

[8] Ό.π.

[9] Jeffrey Knockel, Lotus Ruan, Masashi Crete-Nishihata, και Ron Deibert, «(Can’t) Picture This An Analysis of Image Filtering on WeChat Moments», The Citizen Lab, 14 Αυγούστου 2018.

[10] Lotus Ruan, Jeffrey Knockel, Masashi Crete-Nishihata, «Censored Contagion. How Information on the Coronavirus is Managed on Chinese Social Media», The Citizen Lab, 3 Μαρτίου 2020.

[11] Στη Ρωσία, για παράδειγμα, ο δήμος της Μόσχας αποφάσισε να καταφύγει στην τεχνολογία αναγνώρισης προσώπου για να παρακολουθεί όσους έχουν διαγνωστεί ή υπάρχει περίπτωση να έχουν μολυνθεί και να διασφαλίσει ότι τηρούν την καραντίνα. Στη Γαλλία, ο γενικός γραμματέας ψηφιακής πολιτικής Cedric O εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση για να επαινέσει ξανά τις δυνατότητες αυτής της τεχνολογίας και να προωθήσει την πειραματική εφαρμογή της.

[12] Colombe Camus, «La lutte contre le terrorisme dans les démocraties occidentales: État de droit et exceptionnalisme», Revue internationale et stratégique, vol. 66, n. 2, 2007, σελ. 9-24.

[13] Κατάσταση έκτακτης ανάγκης· νόμος περί παρακολούθησης των επικοινωνιών της 26Μαΐου 2015· απαγόρευση των διαδηλώσεων και των συγκεντρώσεων· εντατικοποίηση των ελέγχων στα σύνορα· ηλεκτρονικό φακέλωμα.

[14] Xu Zhiyong, «Dear Chairman Xi, It’s Time for You to Go», (μτφρ. Geremie R. Barmé), 26 Φεβρουαρίου 2020.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: