Μαθαίνοντας από τον ιό. Του Paul B. Preciado

[ Δημοσιεύτηκε στις 28 Μαρτίου 2020 στην ισπανική εφημερίδα El País. Μετάφραση από τα ισπανικά: Νατάσα Τριτάκη (ευχαριστίες στον Βάγιο Καραβά και την Ελένη Παπαπολυχρονίου για τη βοήθειά τους) ]

Αν ο Michel Foucault είχε επιζήσει από τη μάστιγα του AIDS και είχε αντέξει μέχρι την ανακάλυψη της αντιρετροϊκής θεραπείας, θα ήταν 93 ετών σήμερα: θα είχε αποδεχτεί πρόθυμα να κλειστεί στο διαμέρισμά του, της οδού Βωζιράρ; Ο πρώτος φιλόσοφος της ιστορίας που πέθανε από τις επιπλοκές που προκάλεσε ο ιός της επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας, μας έχει αφήσει μερικές από τις πιο αποτελεσματικές ιδέες για να σκεφτούμε την πολιτική διαχείριση της επιδημίας που, εν μέσω πανικού και παραπληροφόρησης, γίνονται ξανά τόσο χρήσιμες σαν μια καλή «μάσκα γνώσης».

Το πιο σημαντικό πράγμα που μάθαμε από τον Foucault είναι ότι το ζωντανό (και επομένως θνητό) σώμα είναι το κεντρικό αντικείμενο κάθε πολιτικής. Il ny a pas de politique qui ne soit pas une politique des corps (δεν υπάρχει πολιτική που να μην είναι πολιτική των σωμάτων). Αλλά το σώμα δεν είναι για τον Foucault ένας δεδομένος βιολογικός οργανισμός πάνω στον οποίο κατόπιν ενεργεί η εξουσία. Το ίδιο το καθήκον της πολιτικής ενέργειας είναι να κατασκευάσει ένα σώμα, να το βάλει να δουλέψει, να ορίσει τους τρόπους αναπαραγωγής του, να προκαθορίσει τις εκφράσεις του λόγου μέσω των οποίων αυτό το σώμα πλάθεται μέχρι να είναι ικανό να πει «εγώ». Όλα τα έργα του Foucault θα μπορούσαν να κατανοηθούν ως μια ιστορική ανάλυση των διαφορετικών τεχνικών μέσω των οποίων η εξουσία διαχειρίζεται τη ζωή και το θάνατο των πληθυσμών. Ανάμεσα στα 1975 και 1976, τα έτη κατά τα οποία δημοσίευσε το Επιτήρηση και Τιμωρία και τον πρώτο τόμο της Ιστορίας της σεξουαλικότητας, ο Foucault χρησιμοποίησε την έννοια της «βιοπολιτικής» για να μιλήσει για μια σχέση που η εξουσία εδραίωνε με το κοινωνικό σώμα στη νεωτερικότητα. Περιέγραψε τη μετάβαση από αυτό που εκείνος ονόμαζε «κυρίαρχη κοινωνία» προς μια «πειθαρχική κοινωνία», ως ένα βήμα από μια κοινωνία που ορίζει την κυριαρχία με όρους απόφασης και τελετουργίας του θανάτου, σε μια κοινωνία που διαχειρίζεται και αξιοποιεί τη ζωή των πληθυσμών με όρους εθνικού συμφέροντος. Για τον Foucault, οι βιοπολιτικές κυβερνητικές τεχνικές επεκτείνονταν ως ένα δίκτυο εξουσίας που ξεπερνούσε το νομικό πεδίο ή την τιμωρητική σφαίρα, μετατρεπόμενες σε μια «σωματο-πολιτική» δύναμη, μια μορφή εξειδικευμένης εξουσίας που επεκτεινόταν σε ολόκληρη την επικράτεια μέχρι να διεισδύσει στο ατομικό σώμα.

Κατά τη διάρκεια και μετά την κρίση του AIDS, πολλοί συγγραφείς επέκτειναν και ριζοσπαστικοποίησαν τις υποθέσεις του Foucault και τις σχέσεις τους με τις ανοσολογικές πολιτικές. Ο ιταλός φιλόσοφος Roberto Espósito ανέλυσε τις σχέσεις μεταξύ της πολιτικής έννοιας της «κοινότητας» και της βιοϊατρικής και επιδημιολογικής έννοιας της «ανοσίας». Κοινότητα (comunidad) και ανοσία (inmunidad) μοιράζονται μια κοινή ρίζα, το munus· στα λατινικά το munus ήταν το τίμημα που κάποιος όφειλε να πληρώσει για να ζει ή να αποτελεί μέρος της κοινότητας. Η κοινότητα είναι cum (με) munus (καθήκον, νόμος, οφειλή, αλλά επίσης προσφορά): μια ανθρώπινη ομάδα συνδεόμενη από έναν νόμο και μια κοινή οφειλή, αλλά επίσης από ένα δώρο, από μια προσφορά. Το ουσιαστικό inmunitas (λατινικά, ανοσία) είναι μια λέξη με στερητικό μόριο που προέρχεται από την άρνηση του munus. Στο ρωμαϊκό δίκαιο, η inmunitas ήταν ένα είδος απαλλαγής ή ένα προνόμιο που απάλλασσε κάποιον από τα κοινά για όλους κοινωνικά καθήκοντα. Εκείνος που είχε απαλλαγεί ήταν inmune (άνοσος). Ενώ εκείνος που βρισκόταν desmunido (δίχως ανοσία / νοσών / δίχως οφειλή / που δεν ήταν βεβαρημένος με οφειλή) ήταν αυτός στον οποίο είχαν αφαιρεθεί όλα τα προνόμια της ζωής στην κοινότητα.

Ο Roberto Espósito μας διδάσκει ότι όλη η βιοπολιτική είναι ανοσολογική: προϋποθέτει έναν ορισμό της κοινότητας και την εδραίωση μιας ιεραρχίας μεταξύ εκείνων των σωμάτων που απαλλάσσονται από εισφορές (αυτοί που θεωρούνται άνοσοι) και εκείνων που η κοινότητα αντιλαμβάνεται ως δυνητικά επικίνδυνους (los demuni: τους δίχως ανοσία / νοσούντες / δίχως οφειλή) που θα αποκλειστούν μέσω μιας πράξης ανοσολογικής προστασίας. Αυτό είναι το παράδοξο της βιοπολιτικής: κάθε πράξη προστασίας ενέχει έναν ανοσοποιητικό ορισμό της κοινότητας, σύμφωνα με τον οποίο θα δοθεί στην ίδια την κοινότητα η εξουσία να θυσιάσει άλλες ζωές, προς όφελος μιας ιδέας της δικής της κυριαρχίας. Η κατάσταση εξαίρεσης είναι η κανονικοποίηση (εξομάλυνση) αυτού του αφόρητου παράδοξου.

Από τον 19ο αιώνα και μετά, με την ανακάλυψη του πρώτου εμβολίου κατά της ευλογιάς και τα πειράματα του Pasteur και του Koch, η έννοια της ασυλίας / ανοσίας μεταναστεύει από το πεδίο της νομικής και αποκτά ιατρική σημασία. Οι φιλελεύθερες και πατριαρχικές-αποικιακές ευρωπαϊκές δημοκρατίες του 19ου αιώνα κατασκευάζουν το ιδεώδες του σύγχρονου ατόμου όχι μόνο ως ελεύθερο οικονομικό παράγοντα (αρσενικό, λευκό, ετεροφυλόφιλο), αλλά και ως άνοσο / ανοσοποιημένο σώμα, ακραία αποχωρισμένο, που δεν οφείλει τίποτα στην κοινότητα. Για τον Espósito, ο τρόπος με τον οποίο η ναζιστική Γερμανία χαρακτήρισε ένα μέρος του ίδιου της του πληθυσμού (τους Εβραίους, αλλά και τους Τσιγγάνους, τους ομοφυλόφιλους, τα άτομα με αναπηρία) ως σώματα που απειλούσαν την κυριαρχία της κοινότητας των Αρίων, είναι ένα παραδειγματικό μοντέλο των κινδύνων της ανοσολογικής διαχείρισης. Αυτή η ανοσολογική κατανόηση της κοινωνίας δεν τελείωσε με τον ναζισμό, παρά, αντίθετα, έχει επιζήσει στην Ευρώπη, νομιμοποιώντας τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές για τη διαχείριση των φυλετικών μειονοτήτων και των μεταναστευτικών πληθυσμών. Είναι αυτή η ανοσολογική κατανόηση η οποία έχει σφυρηλατήσει την ευρωπαϊκή οικονομική κοινότητα, τον μύθο Shengen και τις τεχνικές Frontex τα τελευταία χρόνια.

Το 1994 στο Flexible Bodies, η ανθρωπολόγος του Πανεπιστημίου Princeton Emily Martin ανέλυσε τη σχέση μεταξύ ανοσίας και πολιτικής στον αμερικανικό πολιτισμό κατά τη διάρκεια της κρίσης της πολιομυελίτιδας και του AIDS. Η Martin κατέληξε σε ορισμένα συμπεράσματα κατάλληλα για την ανάλυση της τρέχουσας κρίσης. Η ανοσία του σώματος, υποστηρίζει η Martin, δεν είναι καθαρά ένα απλό βιολογικό γεγονός, ανεξάρτητο από πολιτισμικές και πολιτικές μεταβλητές. Το ακριβώς αντίθετο, αυτό που κατανοούμε ως ανοσία οικοδομείται συλλογικά διά μέσου κοινωνικών και πολιτικών κριτηρίων που παράγουν εναλλάξ κυριαρχία ή αποκλεισμό, προστασία ή στίγμα, ζωή ή θάνατο.

Εάν επανεξετάσουμε την ιστορία ορισμένων από τις παγκόσμιες επιδημίες των τελευταίων πέντε αιώνων κάτω από το πρίσμα που μας προσφέρουν οι Michel Foucault, Roberto Espósito και Emily Martin, είναι δυνατόν να επεξεργαστούμε μια υπόθεση που θα μπορούσε να πάρει τη μορφή μιας εξίσωσης: πείτε μου πώς οικοδομεί η κοινότητά σας την πολιτική της κυριαρχία και θα σας πω τι μορφές θα λάβουν οι επιδημίες σας και πώς θα τις αντιμετωπίσετε.

Οι διάφορες επιδημίες υλοποιούν στο πεδίο του ατομικού σώματος τις εμμονές που κυριαρχούν στην πολιτική διαχείριση της ζωής και του θανάτου των πληθυσμών σε μια δεδομένη περίοδο. Για να το θέσουμε με τους όρους του Foucault, μια επιδημία ριζοσπαστικοποιεί και εκτοπίζει τις βιοπολιτικές τεχνικές που εφαρμόζονται στην εθνική επικράτεια μέχρι το επίπεδο της πολιτικής ανατομίας, εγγράφοντας αυτές στο ατομικό σώμα. Ταυτόχρονα, μια επιδημία καθιστά εφικτή την επέκταση σε ολόκληρο τον πληθυσμό των μέτρων της πολιτικής «ανοσοποίησης» που εφαρμόζονταν μέχρι τώρα με βίαιο τρόπο εναντίον εκείνων που θεωρούνταν «ξένοι» τόσο εντός όσο και στα όρια της εθνικής επικράτειας.

Η πολιτική διαχείριση των επιδημιών φέρνει στο προσκήνιο την ουτοπία της κοινότητας και τις ανοσολογικές φαντασιώσεις μιας κοινωνίας, εξωτερικεύοντας τα όνειρά της (και τις ηχηρές αποτυχίες) για παντοδυναμία της πολιτικής της κυριαρχίας. Η υπόθεση του Michel Foucault, του Roberto Espósito και της Emily Martin δεν έχει καμία σχέση με μια θεωρία συνωμοσίας. Δεν πρόκειται για την γελοία ιδέα ότι ο ιός είναι μια εργαστηριακή εφεύρεση ή ένα μακιαβελικό σχέδιο για την επέκταση ακόμα πιο αυταρχικών πολιτικών. Αντίθετα, ο ιός δρα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν μας, δεν κάνει κάτι περισσότερο από το να αναπαράγει και να επεκτείνει σε ολόκληρο τον πληθυσμό τις κυρίαρχες μορφές βιοπολιτικής και νεκροπολιτικής διαχείρισης που ήδη ασκούνταν στην εθνική επικράτεια και τα όριά της. Ως εκ τούτου, κάθε κοινωνία μπορεί να οριστεί από την επιδημία που την απειλεί και από την οργάνωσή της απέναντι σε αυτή.

Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, τη σύφιλη. Η επιδημία έπληξε για πρώτη φορά την πόλη της Νάπολης το 1494. Η ευρωπαϊκή αποικιακή επιχείρηση είχε μόλις αρχίσει. Η σύφιλη ήταν σαν τον πυροβολισμό εκκίνησης για την αποικιοκρατική καταστροφή και τη φυλετική πολιτική που θα έρθει μαζί της. Οι Άγγλοι την χαρακτήρισαν «η γαλλική ασθένεια», οι Γάλλοι είπαν ότι ήταν «το ναπολιτάνικο κακό» και οι Ναπολιτάνοι ότι είχε έρθει από την Αμερική: ειπώθηκε ότι ήταν φερμένη από τους αποίκους που είχαν μολυνθεί από τους ιθαγενείς… Ο ιός, όπως μας δίδαξε ο Derrida, είναι εξ ορισμού ο αλλοδαπός, ο άλλος, ο ξένος. Σεξουαλικά μεταδιδόμενη λοίμωξη, η σύφιλη υλοποίησε στα σώματα του 16ου έως και τον 19ο αιώνα τις μορφές καταπίεσης και κοινωνικού αποκλεισμού που κυριαρχούσαν στην πατριαρχική-αποικιακή νεωτερικότητα: την εμμονή για τη φυλετική καθαρότητα, την απαγόρευση των αποκαλούμενων «μικτών γάμων» μεταξύ ανθρώπων διαφορετικής τάξης και «φυλής» και τους πολλαπλούς περιορισμούς που βάρυναν πάνω στις σεξουαλικές και εξωσυζυγικές σχέσεις.

Η ουτοπία της κοινότητας και το μοντέλο ανοσίας της σύφιλης είναι αυτό του αστικού λευκού σώματος, σεξουαλικά περιορισμένου στην έγγαμη ζωή, ως πυρήνα της αναπαραγωγής του εθνικού σώματος. Ως εκ τούτου, η πόρνη μετατράπηκε στο ζωντανό σώμα που συμπύκνωσε όλα τα ειδεχθή πολιτικά σημαίνοντα κατά την επιδημία: γυναίκα εργάτρια και συχνά υποκείμενο φυλετισμού, σώμα έξω από τους οικιακούς κανονισμούς και το γάμο, που μετέτρεψε την σεξουαλικότητά του στα μέσα παραγωγής του, η εργάτρια του σεξ έγινε ορατή, ελεγχόμενη και στιγματισμένη ως ο κύριος φορέας της εξάπλωσης του ιού. Αλλά δεν ήταν η καταστολή της πορνείας, ούτε ο περιορισμός των ιερόδουλων σε εθνικούς οίκους ανοχής (burdeles) (όπως φαντάστηκε ο Restif de la Bretonne) αυτό που θεράπευσε την σύφιλη. Ακριβώς το αντίθετο. Η απομόνωση των ιερόδουλων τις έκανε μόνο πιο ευάλωτες στη νόσο. Αυτό που θεράπευσε τη σύφιλη ήταν η ανακάλυψη των αντιβιοτικών και ιδιαίτερα της πενικιλίνης το 1928, ακριβώς μια στιγμή βαθιών μετασχηματισμών της σεξουαλικής πολιτικής στην Ευρώπη με τα πρώτα κινήματα απο-αποικισμού, την πρόσβαση των λευκών γυναικών στην ψήφο, τις πρώτες αποποινικοποιήσεις της ομοφυλοφιλίας και μια σχετική απελευθέρωση της ετεροφυλοφιλικής ηθικής του γάμου.

Μισό αιώνα αργότερα, το AIDS υπήρξε στην ετεροκανονική νεοφιλελεύθερη κοινωνία του 20ού αιώνα, ό,τι η σύφιλη είχε υπάρξει στη βιομηχανική και αποικιακή κοινωνία. Οι πρώτες περιπτώσεις εμφανίστηκαν το 1981, ακριβώς τη στιγμή που η ομοφυλοφιλία έπαυε πλέον να θεωρείται σαν μια ψυχιατρική ασθένεια, αφού είχε υπάρξει αντικείμενο δίωξης και κοινωνικής διάκρισης για δεκαετίες. Η πρώτη φάση της επιδημίας επηρέασε κατά προτεραιότητα τα επονομαζόμενα τότε 4H: homosexuals, hookers, hemofílicos και heroin users: ομοφυλόφιλους, εργάτριες ή εργάτες του σεξ, αιμοφιλικούς και ηρωινομανείς. Το AIDS ανακίνησε και επανεπικαιροποίησε το δίκτυο ελέγχου πάνω στο σώμα και την σεξουαλικότητα που είχε υφάνει η σύφιλη, και που η πενικιλίνη και τα κινήματα απο-αποικισμού, τα φεμινιστικά και τα ομοφυλοφιλικά κινήματα είχαν αποσυναρμολογήσει και μεταμορφώσει στη δεκαετία του 1960 και του 1970. Όπως και στην περίπτωση των ιερόδουλων στην κρίση της σύφιλης, η καταστολή της ομοφυλοφιλίας προκάλεσε μόνο περισσότερους θανάτους. Αυτό που μεταβάλλει προοδευτικά το AIDS σε μια χρόνια ασθένεια είναι η απο-παθολογικοποίηση της ομοφυλοφιλίας, η φαρμακολογική αυτονομία του Νότου, η σεξουαλική χειραφέτηση των γυναικών, το δικαίωμά τους να λένε όχι σε πρακτικές χωρίς προφυλακτικό και η πρόσβαση του πληγέντος πληθυσμού, ανεξαρτήτως της κοινωνικής του τάξης ή της φυλής του, σε αντιρετροϊκές (τριμερείς φαρμακολογικά) θεραπείες. Το μοντέλο της κοινότητας / ανοσίας του AIDS έχει να κάνει με το φαντασιακό της ανδρικής σεξουαλικής κυριαρχίας εννοούμενης σαν αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα διείσδυσης, ενώ κάθε σώμα στο οποίο έχει διεισδύσει σεξουαλικά (ομοφυλόφιλος, γυναίκα, κάθε μορφή πρωκτικού σεξ) γίνεται αντιληπτό ως κάτι που στερείται κυριαρχίας.

Ας επιστρέψουμε τώρα στην παρούσα κατάστασή μας. Πολύ πριν εμφανιστεί ο Covid-19, είχαμε αρχίσει ήδη μια διαδικασία πλανητικής μετάλλαξης. Πριν από τον ιό, διασχίζαμε ήδη μια κοινωνική και πολιτική αλλαγή τόσο βαθιά όσο αυτή που επηρέασε τις κοινωνίες που ανέπτυξαν σύφιλη. Τον 15ο αιώνα, με την εφεύρεση της τυπογραφίας και την επέκταση του αποικιακού καπιταλισμού, υπήρξε η μετάβαση από μια κοινωνία προφορικότητας σε μια κοινωνία γραπτού λόγου, από μια μορφή φεουδαρχικής παραγωγής σε μια μορφή βιομηχανικής –με σκλάβους– παραγωγής και από μια θεοκρατική κοινωνία σε μια κοινωνία που διέπεται από επιστημονικές συναινέσεις στις οποίες οι έννοιες του φύλου, της φυλής και της σεξουαλικότητας θα γίνουν μηχανισμοί νεκρο-βιοπολιτικού ελέγχου του πληθυσμού.

Σήμερα μεταβαίνουμε από μια κοινωνία της γραφής σε μια κοινωνία της κυβερνο-προφορικότητας, από μια οργανική κοινωνία σε μια ψηφιακή κοινωνία, από μια βιομηχανική οικονομία σε μια άυλη οικονομία, από μια μορφή πειθαρχικού και αρχιτεκτονικού ελέγχου, σε μορφές μικρoπροσθετικού τεχνικού και μέσο-κυβερνητικού ελέγχου. Σε άλλα κείμενα έχω ονομάσει φαρμακο-πορνογραφικό το είδος της διαχείρισης και της παραγωγής του σώματος και της σεξουαλικής υποκειμενικότητας μέσα σε αυτή τη νέα πολιτική διαμόρφωση. Το σύγχρονο σώμα και η υποκειμενικότητα δεν ρυθμίζονται πλέον αποκλειστικά μέσω του περάσματός τους από τα πειθαρχικά ιδρύματα (σχολείο, εργοστάσιο, στρατώνας, νοσοκομείο κτλ.), αλλά κυρίως μέσω ενός συνόλου βιομοριακών, μικροπροσθετικών και ψηφιακών τεχνολογιών μετάδοσης και πληροφόρησης. Στον τομέα της σεξουαλικότητας, η φαρμακολογική τροποποίηση της συνείδησης και της συμπεριφοράς, η παγκοσμιοποίηση του αντισυλληπτικού χαπιού για όλες τις «γυναίκες», καθώς και η παραγωγή αντιρετροϊκών (τριμερών) θεραπειών, προληπτικών θεραπειών για το AIDS, ή το viagra, είναι μερικοί από τους δείκτες της βιοτεχνολογικής διαχείρισης. Η πλανητική επέκταση του Διαδικτύου, η ευρεία χρήση κινητών πληροφορικών τεχνολογιών, η χρήση τεχνητής νοημοσύνης και αλγορίθμων στην ανάλυση ανοικτών δεδομένων (big data), η ανταλλαγή πληροφοριών με μεγάλη ταχύτητα και η ανάπτυξη παγκόσμιων συσκευών πληροφορικής επιτήρησης μέσω δορυφόρων, είναι δείκτες αυτής της νέας σημειωτικο-τεχνικής ψηφιοποιημένης διαχείρισης. Εάν τις αποκάλεσα πορνογραφικές, είναι, καταρχάς, επειδή αυτές οι τεχνικές βιο-επιτήρησης εισάγονται στο σώμα, διαπερνούν το δέρμα, διεισδύουν σε μας· και δεύτερον, επειδή οι συσκευές βιο-ελέγχου δεν λειτουργούν πλέον μέσω της καταστολής της σεξουαλικότητας (αυνανιστικής ή όχι), αλλά μέσω της υποκίνησης στην κατανάλωση και στην συνεχή παραγωγή μιας ρυθμιζόμενης και ποσοτικοποιήμενης (μετρήσιμης) απόλαυσης. Όσο περισσότερο καταναλώνουμε και όσο πιο υγιείς είμαστε, τόσο καλύτερα ελεγχόμαστε.

Η μετάλλαξη που λαμβάνει χώρα θα μπορούσε επίσης να είναι το πέρασμα από ένα καθεστώς πατριαρχικό-αποικιοκρατικό και αδηφάγο, από μια ανθρωποκεντρική κοινωνία και μια πολιτική όπου ένα πολύ μικρό μέρος της πλανητικής ανθρώπινης κοινότητας εξουσιοδοτεί τον εαυτό του να φέρει σε πέρας πρακτικές καθολικής λεηλάτησης, προς μια κοινωνία ικανή να αναδιανείμει την ενέργεια και την κυριαρχία. Από μια κοινωνία παραγωγής ενέργειας από ορυκτά καύσιμα προς μια άλλη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Επίσης τίθεται το ερώτημα της μετάβασης από ένα δυαδικό μοντέλο σεξουαλικής διαφοράς, σε ένα πιο ανοιχτό παράδειγμα στο οποίο η μορφολογία των γεννητικών οργάνων και η αναπαραγωγική ικανότητα ενός σώματος δεν θα καθορίζουν την κοινωνική του θέση από τη στιγμή της γέννησης· και από ένα ετερο-πατριαρχικό μοντέλο σε μη ιεραρχικές μορφές αναπαραγωγής της ζωής. Αυτό που θα βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης κατά τη διάρκεια και μετά από αυτή την κρίση είναι ποιες θα είναι οι ζωές που θα είμαστε διατεθειμένοι να σώσουμε και ποιες θα θυσιαστούν. Είναι στο πλαίσιο αυτής της μετάλλαξης, της μετατροπής των τρόπων κατανόησης της κοινότητας (μιας κοινότητας που είναι σήμερα ολόκληρος ο πλανήτης) και της ανοσίας, εκεί όπου λειτουργεί ο ιός και μετατρέπεται σε πολιτική στρατηγική.

Ανοσία και πολιτική συνόρων

Αυτό που έχει χαρακτηρίσει τις κυβερνητικές πολιτικές των τελευταίων 20 ετών, τουλάχιστον από την πτώση των Δίδυμων Πύργων, έναντι των προφανών ιδεών της ελευθερίας της κυκλοφορίας που κυριαρχούσαν στον νεοφιλελευθερισμό της εποχής Θάτσερ, είναι ο επαναπροσδιορισμός των κρατών-εθνών με όρους νεο-αποικιακούς και ταυτότητας, και η επιστροφή στην ιδέα των φυσικών συνόρων ως προϋπόθεση για την επανεδραίωση της εθνικής ταυτότητας και της πολιτικής κυριαρχίας. Το Ισραήλ, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία, η Τουρκία και η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα έχουν ηγηθεί στον σχεδιασμό νέων συνόρων, τα οποία για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες όχι μόνο έχουν φυλαχτεί ή φρουρηθεί αλλά έχουν επανασχεδιαστεί με την απόφαση να σηκωθούν τείχη και να κατασκευαστούν φράχτες, και τα έχουν υπερασπιστεί με μέτρα όχι βιοπολιτικά, αλλά νεκροπολιτικά, με τεχνικές θανάτου.

Ως ευρωπαϊκή κοινωνία αποφασίσαμε να οικοδομηθούμε συλλογικά ως μια απολύτως άνοση κοινότητα, κλειστή στην Ανατολή και στο Νότο, ενώ η Ανατολή και ο Νότος, από την άποψη των ενεργειακών πόρων και της παραγωγής καταναλωτικών αγαθών, είναι η αποθήκη μας. Κλείσαμε τα σύνορα στην Ελλάδα, χτίσαμε τα μεγαλύτερα υπαίθρια κέντρα κράτησης στην ιστορία, στα νησιά που συνορεύουν με την Τουρκία και στη Μεσόγειο, και φαντασιωθήκαμε ότι θα κατορθώναμε έτσι να επιτύχουμε μια μορφή ανοσίας. Η καταστροφή της Ευρώπης άρχισε παράδοξα με αυτή την οικοδόμηση μιας ευρωπαϊκής κοινότητας ανοσοποιημένης, ανοιχτής στο εσωτερικό της και εντελώς κλειστής για τους αλλοδαπούς και τους μετανάστες.

Αυτό που προβάρεται σε πλανητική κλίμακα μέσω της διαχείρισης του ιού είναι ένας νέος τρόπος κατανόησης της κυριαρχίας σε ένα πλαίσιο στο οποίο η σεξουαλική και φυλετική ταυτότητα (άξονες της πολιτικής κατάτμησης του πατριαρχικού-αποικιακού κόσμου μέχρι τώρα) εξαρθρώνονται. Ο Covid-19 έχει εκτοπίσει τις πολιτικές των συνόρων που έλαβαν χώρα στην εθνική επικράτεια ή στην ευρωπαϊκή υπερ-επικράτεια μέχρι το επίπεδο του επιμέρους σώματος. Το σώμα, το ατομικό σας σώμα, ως χώρος ζωντανός και ως πλέγμα εξουσίας, ως κέντρο παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας, έχει μετατραπεί στη νέα επικράτεια στην οποία εκφράζονται οι επιθετικές πολιτικές για τα σύνορα, που σχεδιάζουμε και προβάρουμε εδώ και χρόνια, τώρα με τη μορφή ενός φραγμού και πολέμου κατά του ιού. Τα νέα νεκροπολιτικά σύνορα έχουν μετακινηθεί από τις ακτές της Ελλάδας μέχρι την πόρτα του ιδιωτικού σπιτιού. Η Λέσβος αρχίζει τώρα στην πόρτα του σπιτιού σας. Και τα σύνορα έρχονται όλο και πιο κοντά σας, ωθούν μέχρι να πλησιάσουν περισσότερο το σώμα σας. Το Καλαί εκρήγνυται στα μούτρα σας τώρα. Το νέο σύνορο είναι η μάσκα. Ο αέρας που αναπνέετε πρέπει να είναι μόνο δικός σας. Τα νέα σύνορα είναι η επιδερμίδα σας. Η νέα Λαμπεντούζα, το δέρμα σας.

Αναπαράγονται τώρα, πάνω στα ατομικά σώματα, οι πολιτικές των συνόρων και τα αυστηρά μέτρα περιορισμού και ακινητοποίησης που εμείς ως κοινότητα εφαρμόσαμε τα τελευταία χρόνια στους μετανάστες και τους πρόσφυγες – μέχρις ότου αφεθούν έξω από οποιαδήποτε κοινότητα. Για χρόνια τους είχαμε στο διάκενο (limbo) των κέντρων κράτησης. Τώρα είμαστε αυτοί που ζουν στο διάκενο του σπιτιού μας ως κέντρου κράτησης.

Η βιοπολιτική στην «φαρμακο-πορνογραφική» εποχή

Οι επιδημίες, λόγω της επίκλησης κατάστασης έκτακτης ανάγκης και άκαμπτης επιβολής ακραίων μέτρων, είναι επίσης σπουδαία εργαστήρια κοινωνικής ανανέωσης, η ευκαιρία για μια μεγάλης κλίμακας αναδιάρθρωση των τεχνικών του σώματος και των τεχνολογιών ενέργειας. Ο Foucault ανέλυσε τη μετάβαση από τη διαχείριση της λέπρας στη διαχείριση της πανώλης, ως την διαδικασία μέσω της οποίας αναπτύχθηκαν οι πειθαρχικές, εξουσιαστικές τεχνικές χωροθέτησης στη νεωτερικότητα. Εάν η λέπρα αντιμετωπίστηκε με αυστηρά νεκροπολιτικά μέτρα που απέκλειαν τον λεπρό και τον καταδίκαζαν αν όχι στον θάνατο, το λιγότερο στη ζωή έξω από την κοινότητα, η αντίδραση στην επιδημία της πανώλης εφηύρε την πειθαρχική διαχείριση και τις μορφές ένταξης του αποκλεισμού: αυστηρή κατάτμηση της πόλης, περιορισμός κάθε σώματος σε κάθε σπίτι.

Οι διαφορετικές στρατηγικές που έχουν υιοθετήσει διάφορες χώρες έναντι της επέκτασης του Covid-19 δείχνουν δύο εντελώς διαφορετικούς τύπους βιοπολιτικών τεχνολογιών. Ο πρώτος, σε λειτουργία κυρίως στην Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία, εφαρμόζει αυστηρά πειθαρχικά μέτρα που από πολλές απόψεις δεν διαφέρουν πολύ από αυτά που χρησιμοποιήθηκαν κατά της πανώλης. Πρόκειται για τον περιορισμό στο σπίτι ολόκληρου του πληθυσμού. Αξίζει τον κόπο να ξαναδιαβάσετε το κεφάλαιο για τη διαχείριση της πανώλης στην Ευρώπη, στο Επιτήρηση και Τιμωρία,για να συνειδητοποιήσετε ότι οι γαλλικές πολιτικές διαχείρισης του Covid-19 δεν έχουν αλλάξει πολύ από τότε. Εδώ λειτουργεί η λογική της αρχιτεκτονικής οριοθέτησης και η αντιμετώπιση των περιπτώσεων μόλυνσης μέσα στα κλασικά νοσοκομειακά περιβάλλοντα. Αυτή η τεχνική δεν έχει ακόμη αποδείξει πλήρη αποτελεσματικότητα.

Η δεύτερη στρατηγική, που ξεκίνησε από τη Νότια Κορέα, την Ταϊβάν, τη Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κονγκ, την Ιαπωνία και το Ισραήλ, προϋποθέτει τη μετάβαση από τις νεωτερικές πειθαρχικές τεχνικές και αρχιτεκτονικές μεθόδους ελέγχου, σε φαρμακο-πορνογραφικές τεχνικές βιο-επιτήρησης: εδώ δίνεται έμφαση στον ατομικό εντοπισμό του ιού, μέσω του πολλαπλασιασμού των τεστ και της συνεχούς και αυστηρής ψηφιακής παρακολούθησης των ασθενών μέσω των φορητών πληροφορικών τους συσκευών. Τα κινητά τηλέφωνα και οι πιστωτικές κάρτες εδώ μετατρέπονται σε όργανα επιτήρησης που επιτρέπουν την παρακολούθηση των κινήσεων του ατομικού σώματος. Δεν χρειαζόμαστε βιομετρικά βραχιόλια: το κινητό έχει γίνει το καλύτερο βραχιόλι, κανείς δεν το αποχωρίζεται ούτε για να κοιμηθεί. Μια εφαρμογή GPS ενημερώνει την αστυνομία για τις κινήσεις οποιουδήποτε ύποπτου σώματος. Η θερμοκρασία και η κίνηση ενός συγκεκριμένου σώματος μπαίνουν σε μόνιτορ μέσω κινητών τεχνολογιών και παρατηρούνται σε πραγματικό χρόνο από το ψηφιακό μάτι ενός Κράτους κυβερνο-αυταρχικού για το οποίο η κοινότητα είναι μια κοινότητα χρηστών του κυβερνοχώρου και η κυριαρχία είναι πάνω από όλα ψηφιακή διαφάνεια και διαχείριση ανοιχτών δεδομένων.

Αλλά αυτές οι πολιτικές πολιτικής ανοσοποίησης δεν είναι καινούργιες και δεν έχουν αναπτυχθεί μόνο στο παρελθόν για την αναζήτηση και τη σύλληψη των επονομαζόμενων τρομοκρατών: από τις αρχές του 2010, για παράδειγμα, η Ταϊβάν είχε νομιμοποιήσει την πρόσβαση σε όλες τις επαφές των κινητών τηλεφώνων σε εφαρμογές σεξουαλικής συνεύρεσης, με στόχο την «πρόληψη» της διάδοσης του AIDS και της πορνείας στο Διαδίκτυο. Ο Covid-19 έχει νομιμοποιήσει και επεκτείνει αυτές τις κρατικές πρακτικές βιο-επιτήρησης και ψηφιακού ελέγχου, ομαλοποιώντας τις και κάνοντάς τις «απαραίτητες» για να διατηρήσει μια ορισμένη ιδέα ανοσίας. Ωστόσο, τα ίδια κράτη που εφαρμόζουν ακραία μέτρα ψηφιακής επιτήρησης δεν θέτουν ζήτημα απαγόρευσης της εμπορίας και κατανάλωσης άγριων ζώων, ούτε της βιομηχανικής παραγωγής πτηνών και θηλαστικών, ούτε της μείωσης των εκπομπών CO2. Αυτό που έχει αυξηθεί δεν είναι η ανοσία του κοινωνικού σώματος, αλλά η ανοχή του πολίτη στον κρατικό και εταιρικό διαδικτυακό έλεγχο.

Η πολιτική διαχείριση του Covid-19 ως τρόπος διαχείρισης της ζωής και του θανάτου σχεδιάζει τα περιγράμματα μιας νέας υποκειμενικότητας. Αυτό που θα έχει εφευρεθεί μετά την κρίση είναι μια νέα ουτοπία της άνοσης κοινότητας και μια νέα μορφή ελέγχου του σώματος. Το υποκείμενο της νεοφιλελεύθερης τεχνο-πατριαρχίας που ο Covid-19 κατασκευάζει δεν έχει δέρμα, δεν μπορείς να το αγγίξεις, δεν έχει χέρια. Δεν ανταλλάσσει φυσικά αγαθά, ούτε αγγίζει νομίσματα, πληρώνει με πιστωτική κάρτα. Δεν έχει χείλη, δεν έχει γλώσσα. Δεν μιλάει απευθείας, αφήνει φωνητικό μήνυμα. Δεν συναντιέται με άλλους, ούτε συλλογικοποιείται. Είναι ριζικά ατομικό. Δεν έχει πρόσωπο, έχει μάσκα. Το οργανικό του σώμα αποκρύπτεται για να μπορέσει να υπάρξει ύστερα από μια αόριστη σειρά σημειο-τεχνικών διαμεσολαβήσεων, μια σειρά από κυβερνητικές προσθετικές επεμβάσεις που χρησιμεύουν ως προσωπείο: το προσωπείο της διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το προσωπείο του λογαριασμού στο Facebook, το προσωπείο του Instagram. Δεν είναι ένας φυσικός παράγοντας, αλλά ένας ψηφιακός καταναλωτής, ένας τηλε-παραγωγός, είναι ένας κωδικός, ένα pixel, ένας τραπεζικός λογαριασμός, μια πόρτα με ένα όνομα, μια διεύθυνση στην οποία μπορεί να στείλει τις παραγγελίες του το Amazon.

Η μαλακή φυλακή: Καλώς ήλθατε στην τηλε-δημοκρατία του σπιτιού σας

Μια από τις κεντρικές αλλαγές στις βιο-πολιτικές φαρμακο-πορνογραφικές τεχνικές που χαρακτηρίζουν την κρίση Covid-19 είναι ότι η προσωπική κατοικία –και όχι οι παραδοσιακοί θεσμοί περιορισμού και κανονικοποίησης (νοσοκομείο, εργοστάσιο, φυλακή, σχολείο)– εμφανίζεται τώρα ως το νέο κέντρο της παραγωγής, της κατανάλωσης και του βιοπολιτικού ελέγχου. Πλέον δεν πρόκειται μόνο για το σπίτι ως χώρο περιορισμού του σώματος, όπως συνέβη στην αντιμετώπιση της πανώλης. Η προσωπική κατοικία έχει γίνει τώρα το κέντρο της οικονομίας της τηλε-κατανάλωσης και της τηλε-παραγωγής. Ο οικιακός χώρος υπάρχει τώρα ως ένα σημείο μέσα σε έναν ελεγχόμενο διαδικτυακά χώρο, ένα μέρος ταυτοποιήσιμο σε έναν χάρτη google, ένα κουτί αναγνωρίσιμο από ένα drone.

Αν ενδιαφέρθηκα κάποια στιγμή για την Έπαυλη Playboy, είναι επειδή λειτούργησε κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου σαν ένα εργαστήριο όπου εφευρίσκονταν οι νέες συσκευές για τον φαρμακο-πορνογραφικό έλεγχο του σώματος και της σεξουαλικότητας, οι οποίες επρόκειτο να επεκταθούν από την αρχή του 21ου αιώνα, και οι οποίες τώρα εφαρμόζονται στο σύνολο του παγκόσμιου πληθυσμού με την κρίση του Covid-19. Όταν έκανα την έρευνά μου σχετικά με το Playboy, μου τράβηξε την προσοχή το γεγονός ότι ο Hugh Hefner, ένας από τους πλουσιότερους άνδρες στον κόσμο, είχε περάσει σχεδόν 40 χρόνια χωρίς να φύγει από την Έπαυλη, ντυμένος μόνο με πιτζάμες, ρόμπες και παντόφλες, πίνοντας κόκα-κόλα και τρώγοντας Butterfingers, και ότι μπορούσε να διευθύνει και να παράγει το σημαντικότερο περιοδικό στις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς να κουνηθεί από το σπίτι του ή ακόμα κι απ’ το κρεβάτι του. Εξοπλισμένο με βιντεοκάμερα, απευθείας τηλεφωνική γραμμή, ραδιόφωνο και μουσική υπόκρουση, το κρεβάτι του Hefner ήταν μια πραγματική πλατφόρμα παραγωγής πολυμέσων της ζωής του κατοίκου του.

Ο βιογράφος τού Steven Watts αποκάλεσε τον Hefner «εθελοντή κρατούμενο στον δικό του παράδεισο». Οπαδός των κάθε λογής μηχανισμών οπτικοακουστικού αρχείου, ο Hefner, πολύ πριν υπάρξει το κινητό τηλέφωνο, το Facebook ή το WhatsApp, έστελνε πάνω από είκοσι κασέτες ήχου και βίντεο με εντολές και μηνύματα, από ζωντανές συνεντεύξεις μέχρι οδηγίες δημοσίευσης. Ο Hefner είχε εγκαταστήσει στην έπαυλη, στην οποία επίσης ζούσαν καμιά δωδεκαριά Playmates, ένα κλειστό κύκλωμα καμερών και μπορούσε από το κέντρο ελέγχου να έχει πρόσβαση σε όλα τα δωμάτια σε πραγματικό χρόνο. Η έπαυλη, καλυμμένη με ξύλινα πάνελ και χοντρές κουρτίνες, αλλά διαπερασμένη από χιλιάδες καλώδια και γεμάτη από όσα εκείνη την εποχή θεωρούνταν ως η υψηλότερη τεχνολογία στης τηλεπικοινωνίες (και που σήμερα θα μας φαινόταν τόσο αρχαϊκή όσο ένα ταμ-ταμ), ήταν ταυτόχρονα εντελώς αδιαφανής και εντελώς διάφανη. Το υλικό που καταγραφόταν από τις κάμερες παρακολούθησης κατέληγε επίσης στις σελίδες του περιοδικού.

Η σιωπηλή βιοπολιτική επανάσταση της οποίας ηγήθηκε το Playboy συνεπαγόταν, πέρα από τη μετατροπή της ετεροφυλοφιλικής πορνογραφίας σε μαζική κουλτούρα, την αμφισβήτηση του διαχωρισμού που εδραίωσε τη βιομηχανική κοινωνία του 19ου αιώνα: του διαχωρισμού των τομέων παραγωγής και αναπαραγωγής, της διαφοράς μεταξύ εργοστασίου και σπιτιού και, μαζί της, της πατριαρχικής διάκρισης ανάμεσα στην αρρενωπότητα και τη θηλυκότητα. Το Playboy άμβλυνε αυτή τη διαφορά, προτείνοντας τη δημιουργία ενός νέου θύλακα ζωής: το διαμέρισμα του single που συνδέεται πλήρως με τις νέες τεχνολογίες επικοινωνίας, από το οποίο ο νέος σημειωτικός παραγωγός δεν χρειάζεται να βγει ούτε για εργασία ούτε για σεξ – δραστηριότητες που άλλωστε είχαν γίνει αδιαχώριστες. Το περιστρεφόμενο κρεβάτι του ήταν ταυτόχρονα το τραπέζι εργασίας του, ένα γραφείο διαχείρισης, ένα φωτογραφικό στούντιο και ένα μέρος για σεξ, καθώς και ένα τηλεοπτικό πλατό από όπου γυρίστηκε το διάσημο πρόγραμμα Playboy after dark. To Playboy προέβλεψε τον σύγχρονο δημόσιο λόγο σχετικά με την τηλε-εργασία και την άυλη παραγωγή, που η διαχείριση της κρίσης του Covid-19 έχει μετατρέψει σε καθήκον του πολίτη. Ο Hefner αποκάλεσε αυτόν τον νέο κοινωνικό παραγωγό: ο «οριζόντιος εργαζόμενος». Ο παράγοντας της κοινωνικής καινοτομίας που το Playboy έβαλε σε εφαρμογή ήταν η διάβρωση (για να μην πω η καταστροφή) της απόστασης μεταξύ εργασίας και ελεύθερου χρόνου, μεταξύ παραγωγής και σεξ. Η ζωή του playboy, συνεχώς κινηματογραφημένη και μεταδιδόμενη από τα μέσα επικοινωνίας του περιοδικού και από την τηλεόραση, ήταν απόλυτα δημόσια, ακόμα κι αν ο playboy δεν έβγαινε από το σπίτι του ή ακόμα κι απ’ το κρεβάτι του. Υπό αυτή την έννοια, ο playboy αμφισβήτησε επίσης τη διαφορά ανάμεσα στη σφαίρα του αρσενικού και του θηλυκού, κάνοντας τον νέο χειριστή πολυμέσων να είναι, όντως, ένα οξύμωρο της εποχής, ένας «νοικοκυραίος». Ο βιογράφος του Hefner μας θυμίζει ότι αυτή η παραγωγική απομόνωση χρειαζόταν χημική υποστήριξη: ο Hefner ήταν ένας μεγάλος καταναλωτής της ουσίας Dexedrin, μιας αμφεταμίνης που εξάλειφε την κόπωση και τον ύπνο. Έτσι, παράδοξα, ο άνθρωπος που ποτέ δεν βγήκε απ’ το κρεβάτι του, δεν κοιμήθηκε και ποτέ. Το κρεβάτι ως οπτικοακουστικό κέντρο διαχείρισης ήταν ένα φαρμακο-πορνογραφικό κελί: θα μπορούσε να λειτουργήσει μόνο με αντισυλληπτικά χάπια, ναρκωτικά που συντηρούσαν το επίπεδο παραγωγής ανεβασμένο, και μια συνεχή ροή σημειωτικών κωδίκων που είχαν γίνει το μόνο αληθινό φαγητό που έθρεφε τον playboy .

Μήπως όλα αυτά ακούγονται οικεία τώρα; Μήπως αυτό μοιάζει, κατά έναν πολύ περίεργο τρόπο, στις δικές σας περιορισμένες ζωές; Ας θυμηθούμε τώρα τα συνθήματα του Γάλλου Προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν: βρισκόμαστε σε πόλεμο, μην βγείτε από το σπίτι, δουλέψτε από την οικία σας. Τα βιοπολιτικά μέτρα διαχείρισης κατά της μετάδοσης του κοροναϊού που επιβλήθηκαν, έχουν κάνει τον καθένα από εμάς να μετατραπεί σε έναν οριζόντιο εργαζόμενο, περίπου σε ένα ανθρωποειδές τύπου Playboy. Σήμερα, ο οικιακός χώρος οποιουδήποτε από εμάς είναι δέκα χιλιάδες φορές πιο εξελιγμένος τεχνολογικά σε σχέση με το περιστρεφόμενο κρεβάτι του Hefner το 1968. Οι συσκευές τηλε-εργασίας και τηλε-χειρισμού βρίσκονται τώρα στην παλάμη του χεριού μας.

Στο Επιτήρηση και Τιμωρία, ο Michel Foucault ανέλυσε τα θρησκευτικά κελιά του ατομικού εγκλεισμού ως μοντέλα πρότυπα, που χρησίμευαν για το πέρασμα από τις αιματηρές και κυρίαρχες τεχνικές ελέγχου του σώματος και την υποκειμενικότητα, πριν από τον δέκατο όγδοο αιώνα, προς τις αρχιτεκτονικές πειθαρχίας και τις συσκευές περιορισμού όπως και στις νέες τεχνικές διαχείρισης ολόκληρου του πληθυσμού. Οι αρχιτεκτονικές πειθαρχίας ήταν κοσμικές εκδοχές των μοναστικών κοινοτήτων, στις οποίες κυοφορείται το νεωτερικό άτομο, για πρώτη φορά, ως ψυχή κλειδωμένη σε ένα σώμα, ένα πνεύμα ανάγνωσης, ικανό να διαβάζει τα συνθήματα του κράτους. Όταν ο συγγραφέας Tom Wolfe επισκέφθηκε τον Hefner, είπε ότι έζησε σε μια φυλακή τόσο μαλακή όσο η καρδιά μιας αγκινάρας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η έπαυλη του Playboy και το περιστρεφόμενο κρεβάτι του Hefner, που μετατράπηκαν σε αντικείμενα ποπ κατανάλωσης, λειτουργούσαν κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ως μεταβατικοί χώροι στους οποίους εφευρέθηκε το νέο –εξοπλισμένο με προσθετικά μέλη και υπερ-συνδεδεμένο– υποκείμενο και οι νέες φαρμακο-πορνογραφικές και βιο-εποπτικές μορφές κατανάλωσης και ελέγχου που κυριαρχούν στη σύγχρονη κοινωνία. Αυτή η μετάλλαξη επεκτάθηκε και διευρύνθηκε περαιτέρω κατά τη διάρκεια της διαχείρισης της κρίσης του Covid-19: οι φορητές συσκευές μας τηλεπικοινωνίας είναι οι νέοι μας φύλακες, και οι οικιακοί μας εσωτερικοί χώροι έχουν γίνει η μαλακή, υπερ-συνδεδεμένη φυλακή του μέλλοντος.

Μετάλλαξη ή υποταγή

Όλα αυτά μπορεί να είναι κακά νέα, μπορεί να είναι όμως και μια μεγάλη ευκαιρία. Ακριβώς επειδή τα σώματά μας είναι τα νέα πεδία βιο-εξουσίας και τα διαμερίσματά μας τα νέα κύτταρα βιο-επιτήρησης, γίνεται όλο και πιο επείγον από ποτέ να εφεύρουμε νέες στρατηγικές για τη συνειδησιακή χειραφέτηση και αντίσταση και να βάλουμε σε εφαρμογή νέες ανταγωνιστικές διαδικασίες.

Σε αντίθεση με ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς, η υγεία μας δεν θα προέλθει από την επιβολή συνόρων ή διαχωρισμών, αλλά από μια νέα κατανόηση της κοινότητας με όλα τα έμβια όντα, από μια νέα ισορροπία με άλλα ζωντανά όντα στον πλανήτη. Χρειαζόμαστε ένα πλανητικό κοινοβούλιο των σωμάτων, ένα κοινοβούλιο που δεν ορίζεται με όρους πολιτικής ταυτότητας ή εθνικότητας, ένα κοινοβούλιο ζωντανών (ευάλωτων) σωμάτων που ζουν στον πλανήτη Γη. Το γεγονός Covid-19 και οι συνέπειές του μας καλούν να απελευθερωθούμε μια για πάντα από τη βία με την οποία έχουμε ορίσει την κοινωνική μας ανοσία. Η θεραπεία και η ανάκαμψη δεν μπορούν να είναι μια απλή αρνητική ανοσοποιητική χειρονομία απόσυρσης από την κοινωνία, κλεισίματος της κοινότητας. Η θεραπεία και η φροντίδα μπορούν να προκύψουν μόνο μέσα από μια διαδικασία πολιτικού μετασχηματισμού. Η ίασή μας ως κοινωνίας θα σήμαινε την επινόηση μιας νέας κοινότητας, πέρα από την πολιτική των ταυτοτήτων και των συνόρων, με τα οποία έχουμε μέχρι στιγμής αναπαράγει την κυριαρχία, αλλά και πέρα από τον υποβιβασμό της ζωής στο επίπεδο της διαδικτυακής της βιο-επιτήρησης. Για να εξακολουθήσουμε να είμαστε ζωντανοί, για να παραμείνουμε ως πλανήτης εν ζωή, ενάντια στον ιό αλλά και σε αυτό που μπορεί να συμβεί, σημαίνει να θέσουμε σε εφαρμογή διαρθρωτικές μορφές πλανητικής συνεργασίας. Καθώς ο ιός μεταλλάσσεται, αν θέλουμε να αντισταθούμε στην υποταγή, πρέπει επίσης κι εμείς να μεταλλαχθούμε.

Είναι απαραίτητο να προχωρήσουμε από μια αναγκαστική μετάλλαξη σε μια σκόπιμη μετάλλαξη. Πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε με κριτικό πνεύμα τις βιοπολιτικές τεχνικές και τις φαρμακο-πορνογραφικές συσκευές τους. Καταρχήν, είναι επιτακτική ανάγκη να αλλάξουμε τη σχέση των σωμάτων μας με τις συσκευές βιο-επιτήρησης και βιο-ελέγχου: αυτές δεν είναι απλώς συσκευές επικοινωνίας. Πρέπει να μάθουμε συλλογικά να τις μεταβάλλουμε. Αλλά είναι επίσης απολύτως αναγκαίο να μην συμμορφωνόμαστε. Οι κυβερνήσεις μάς καλούν σε περιορισμό και τηλε-εργασία. Εμείς γνωρίζουμε ότι καλούν σε απο-συλλογικοποίηση και τηλε-έλεγχο. Ας χρησιμοποιήσουμε το χρόνο και τη δύναμη του περιορισμού για να μελετήσουμε τις παραδόσεις του αγώνα και της αντίστασης των μειονοτήτων, που μας βοήθησαν να επιβιώσουμε μέχρι τώρα. Ας σβήσουμε τα κινητά τηλέφωνα, ας αποσυνδέσουμε το Διαδίκτυο. Ας κάνουμε το μεγάλο μπλακ-άουτ μπροστά από τους δορυφόρους που μας παρακολουθούν, και ας φανταστούμε μαζί την επανάσταση που έρχεται.


Το άρθρο υπάρχει επίσης μεταφρασμένο στα γερμανικά στο HAU.

2 σκέψεις σχετικά με το “Μαθαίνοντας από τον ιό. Του Paul B. Preciado

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: