Επιδημίες και επανάσταση (Ι): Σημειώσεις πάνω στις Εξεγέρσεις της Χολέρας, 1830-1831. Του Jose Rosales

[ Γαλλία 2016. Διαδηλώσεις κατά τη διάρκεια του κινήματος Nuit Debout (Όρθιες Νύχτες). Ο τοίχος γράφει : «Θάνατος στο Συμβολικό. Ζήτω το Πραγματικό.» ]

[ Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο blog Tragic Community. Μετάφραση: Δήμος Μ., Gloria Burgle ]

«Στο αποκορύφωμα μιας εποχής υπεροψίας, οικονομικής μεγέθυνσης, υλικής προόδου, επιστημονικών επιτευγμάτων και της ολοένα και περισσότερο εξαπλωνόμενης ευρωπαϊκής κυριαρχίας σε όλη την υφήλιο, εμφανίστηκε μία ασθένεια που προήλθε από την απολίτιστη Ανατολή και αμφισβήτησε τις κοινές παραδοχές της ευρωπαϊκής πολιτισμικής και βιολογικής ανωτερότητας, δείχνοντας πόσο ευάλωτοι ήταν ακόμα και οι πιο πολιτισμένοι λαοί σε μια ασθένεια που συνδέονταν κυρίως με την υπανάπτυκτη Ανατολή. Σε μια περίοδο που η ευρωπαϊκή λογοτεχνία και κουλτούρα υμνούσαν την «εποχή του εξιδανικευμένου θανάτου», μέσω ασθενειών όπως ο τύφος και η φυματίωση, οι οποίες μεταμόρφωναν και σχεδόν εξωράιζαν τα θύματά τους, στη συγκεκριμένη περίπτωση εμφανίστηκε μια νόσος που σκότωνε γρήγορα, χωρίς αναστολές, προκαλώντας συμπτώματα απαξιωτικά για τη ζωή του θύματος. Το ήμισυ του πληθυσμού που προσβλήθηκε πέθανε.»

«Η εξάπλωση της ασθένειας στην Ευρώπη των αρχών της δεκαετίας του 1830, χαρακτηρίστηκε από αλλεπάλληλες εξεγέρσεις και ταραχές σχεδόν σε κάθε χώρα που επλήγη. Σύμφωνα με την κοινή γνώμη, η χολέρα δεν ήταν μια μέχρι πρότινος άγνωστη ασθένεια, αλλά αντιθέτως αποτελούσε μια μεθόδευση με στόχο τη μείωση του πληθυσμού των φτωχών μέσω δηλητηριάσεως. Εξεγέρσεις, σφαγές και βανδαλισμοί μαίνονταν ανά την Ρωσία και σάρωναν την Αυτοκρατορία των Αψβούργων, ξεσπούσαν στην Καινιξβέργη, στο Στετίνο και στο Μερνέλ το 1831, και την επόμενη χρονιά εξαπλώθηκαν στην Βρετανία επηρεάζοντας το Έξετερ και την Γλασκόβη, το Λονδίνο, το Μάντσεστερ και το Λίβερπουλ.»

Richard J. Evans, Επιδημία και επαναστάσεις: Η χολέρα στην Ευρώπη του 19ου αιώνα

Ι. Οι εξεγέρσεις της χολέρας (1830-1831)

Η δεύτερη πανδημία χολέρας στη Ρωσία (1826-1837) και η πέμπτη πανδημία χολέρας στην Ιταλία (1881-1896) είναι αξιοσημείωτες, όχι μόνο λόγω των μεγάλων απωλειών σε ανθρώπινες ζωές και της δυστυχίας που προκάλεσαν, αλλά και εξαιτίας των φαινομένων αντίστασης και λαϊκής εξέγερσης που πυροδότησαν τη στιγμή κατά την οποία ο φόβος του θανάτου (ως συνθήκη) και ο φόβος της μόλυνσης (ως συναίσθημα) κυρίευσαν και διατάραξαν την καθημερινότητα των αντίστοιχων πληθυσμών. Επιπλέον, η ρωσική περίπτωση συνδέεται με την ιταλική καθώς μοιράζονται ομοιότητες ως προς την κρατική αντίδραση και τις πολιτικές αναφορικά με τη διαχείριση της δημόσιας υγειονομικής κρίσης που εφαρμόστηκαν στην κάθε χώρα.

Όπως εξηγεί ο M. Snowden σχετικά με τη ρωσική περίπτωση: «Ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη, η περίπτωση της Ρωσίας ήταν η πιο ακραία, καθώς οι συνέπειες της επιδημίας ήταν βιβλικών διαστάσεων. Στη Ρωσία η ασθένεια προκάλεσε τρομακτικές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, ενώ ταυτόχρονα το καθεστώς κλιμάκωσε την τρομοκρατία με μία βίαιη και αυταρχική στρατηγική στον τομέα της δημόσιας υγείας. Οι Ρομανόφ αναπαρήγαγαν μερικές από τις κοινωνικές συνέπειες που επακολούθησαν της έξαρσης της πανούκλας, επαναφέροντας δημόσιες υγειονομικές πολιτικές καταπολέμησής της, οι οποίες εφαρμόζονταν από τα πρώιμα νεωτερικά καθεστώτα» (Frank M. Snowden, Η Νάπολη στα χρόνια της χολέρας: 1884-1911, 150).

Ακριβώς αυτή η σύζευξη μιας φαινομενικά μη διαχειρίσιμης υγειονομικής κρίσης με τις αρχαϊκές πρακτικές διακυβέρνησης τις οποίες μετήλθαν οι κυβερνήσεις, αποτέλεσε το επιδημιολογικό και κοινωνικοπολιτικό έδαφος για την εμφάνιση των Εξεγέρσεων της Χολέρας, που διήρκεσαν από το 1830 μέχρι το 1831· μία περίοδος κατά την οποία η εξέγερση θα αναδυόταν ως η νέα μορφή αγώνα. Οι Εξεγέρσεις της Χολέρας δεν συνιστούν απλά ένα μέσο με το οποίο ένας πληθυσμός που θεωρείται ως περιττό πλεόνασμα ξεπερνά την κρίση της κοινωνικής αναπαραγωγής, αρπάζοντας ό,τι είναι απαραίτητο για την επιβίωσή του· ταυτόχρονα, οι εξεγέρσεις αυτές αποτέλεσαν απόπειρες για την επίλυση του προβλήματος της αναπαραγωγής σε βιολογικό επίπεδο, αν όχι στο επίπεδο του ίδιου του ανθρώπινου είδους.

Και υπό το πρίσμα αυτής της σύζευξης του βιολογικού και του πολιτικού, που διαμόρφωσε τα βασικά τους χαρακτηριστικά, δεν θα ήταν αδόκιμο να υποστηρίξει κανείς ότι οι εξεγέρσεις της χολέρας αποτέλεσαν μία ακολουθία πολιτικών φαινομένων που καθορίστηκαν από (i) την επίδειξη μαζικής δυσπιστίας και απέχθειας για την κυβέρνηση και τους αξιωματούχους του κράτους καθώς και (ii) συλλογικές πράξεις αντίστασης από χωρικούς, στρατιώτες και τμήματα του πληθυσμού των αστικών κέντρων, οι οποίες υιοθετήθηκαν ως αντίδραση στην απόφαση του Τσάρου να ακολουθήσει μια στρατηγική στρατιωτικής αποτροπής (η στρατηγική του Νικολάου Α΄ για τον περιορισμό της εξάπλωσης της χολέρας περιλάμβανε μια ποικιλία πρώιμων νεωτερικών μέτρων για τη διαχείριση της πανούκλας, που κυμαίνονταν από τη στρατιωτική επιβολή καραντίνας, τον περιορισμό και την αστυνόμευση της κίνησης στον δημόσιο χώρο, μέχρι και τη χρήση «ένοπλων κλοιών» [τα σημερινά κορδόνια της αστυνομίας] όταν κρινόταν αναγκαίο). Ένας παγκόσμιος Βορράς ήδη εξοικειωμένος με τις συνέπειες πανδημιών όπως η πανούκλα ή, ακόμα, το πρώτο κύμα χολέρας· και ένα όλο και πιο αυταρχικό έθνος-κράτος που αντιμετώπιζε αφενός τη βιολογική απειλή ενός φαινομένου μαζικής μόλυνσης, και αφετέρου τη συνθήκη της ίδιας της καραντίνας που είχε ως ακούσια συνέπεια την επιβάρυνση της οικονομίας, με αποτέλεσμα να επιδεινωθούν οι ήδη υπάρχουσες κοινωνικές ανισότητες. Αυτές ήταν οι κοινωνικο-οικονομικές συνισταμένες που καθόρισαν το πεδίο εντός του οποίου θα πραγματοποιούταν αυτή η (ανα)σύνθεση του λαϊκού ανταγωνισμού, ο οποίος συνίστατο από διαφοροποιημένες υποκειμενικές θέσεις και τις επακόλουθες παρεμβάσεις τους στη σφαίρα της (παραγωγικής) κυκλοφορίας. Αναλογιζόμενος το ξέσπασμα της χολέρας στη Ρωσία, ο ιστορικός Roderick McGrew εύστοχα συνοψίζει τον ρόλο που έπαιξε στην εμφάνιση των αναταραχών σε ολόκληρη τη χώρα εκείνη την εποχή, όταν γράφει: «Η χολέρα συνέβαλε στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής κοινωνικής συνείδησης, επιδείνωσε τις σύγχρονες εντάσεις [και] εντατικοποίησε τον αντίκτυπο των σύγχρονων κοινωνικών προβλημάτων» (McGrew, Ρωσία και χολέρα, 3).

Και όσο σύντομη και αν ήταν η εμφάνισή τους στη μακρά ιστορία των εξεγέρσεων που ξέσπασαν κατά τη διάρκεια των μεγάλων κρίσεων της δημόσιας υγείας, οι Εξεγέρσεις της Χολέρας σημαδεύτηκαν από τη χρήση ποικίλων πρακτικών εξέγερσης, περιλαμβάνοντας επιδρομές σε αστυνομικά τμήματα και σε δημόσια νοσοκομεία (απαλλοτριώσεις για την επίλυση των προβλημάτων που αφορούσαν στην κοινωνική αναπαραγωγή), καθώς και δολοφονίες γαιοκτημόνων, τοπικών αρχόντων και κρατικών λειτουργών (η άμεση δράση ως αυτοάμυνα). Δύο από τα πιο ενδιαφέροντα, αν όχι τα πιο αξιοσημείωτα συμβάντα αυτής της περιόδου, είναι εκείνα που συνέβησαν στο Ταμπόβ (1830) και στη Σεβαστούπολη (1831): όπως στην πόλη του Ταμπόβ οι πολίτες επιτέθηκαν σωματικά στον κυβερνήτη, μία πράξη αντίστασης που θα καταστελλόταν με την επέμβαση του στρατού, έτσι και αυτοί που εξεγέρθηκαν στους δρόμους της Σεβαστούπολης κατόρθωσαν προσωρινά να συγκροτήσουν αμεσοδημοκρατικές δομές λήψης αποφάσεων, ενισχυμένες με τη δυνατότητα εκλογής δικών τους στελεχών καθώς και με μια διευρυμένη ικανότητα προπαγάνδισης των ιδεών τους σε πλήθος χωρικών και δουλοπάροικων.

Όμως τι προκύπτει από αυτήν την ανάλυση αν φιλοδοξεί να μην περιοριστεί σε μια απλή ιστορική αναδρομή; Συγκεκριμένα: αν η κατανόηση των τρόπων με τους οποίους ο βιολογικός παράγοντας επιδρά στη διαμόρφωση των υφιστάμενων κοινωνικών συνθηκών μιας προηγούμενης εποχής μάς παρέχει τη δυνατότητα να συλλάβουμε σε μεγάλο βαθμό την ιστορική και υλική της ιδιαιτερότητα, έτσι, αντίστοιχα, μόνο αναλογιζόμενοι την επιδημιολογία ως παράγοντα που διαμορφώνει αμφίδρομα την οικονομία και την πολιτική, μπορούμε να στοχαστούμε αυτό που θα θεμελιώσει και θα συγκροτήσει την πολιτική που έρχεται – μόνο έτσι δηλαδή μπορούμε εκ του μη-εισέτι-Όντος να συλλάβουμε αυτό που πρόκειται να συμβεί.[i] Όπως το θέτει ο Michael Durey σχετικά με τη μελέτη της χολέρας, η σύλληψη της ιστορικής σημασίας της ασθένειας έχει να κάνει με το να λάβουμε υπόψη τους τρόπους με τους οποίους οι επιδημίες διαταράσσουν «την κανονική λειτουργία της κοινωνίας» ενώ ταυτόχρονα φέρνουν «στην επιφάνεια λανθάνοντες κοινωνικούς ανταγωνισμούς».

Αντίστοιχα, μονάχα αναγνωρίζοντας τον επιδημιολογικό παράγοντα ως μία αντικειμενική συνθήκη που καθορίζει αμοιβαία τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες των αγώνων, η κατανόησή μας για το παρόν μπορεί να λάβει υπόψη αυτήν την πραγματικότητα που δεν είναι-ακόμα. Συνεπώς, αν η επιδίωξή μας είναι να συγκροτήσουμε τον ορίζοντα και τα περιεχόμενα που θα ικανοποιήσουν τις ανάγκες ενός ουσιαστικά ευρύτερου διεθνιστικού, αντικρατικού και αντικαπιταλιστικού συνόλου από κοινωνικά κινήματα, τότε οφείλουμε να σκεφτούμε το βιολογικό και το πολιτικό, το μη-ανθρώπινο και το ανθρώπινο ως το πεδίο της πολιτικής που έρχεται. Ωστόσο, σε αντίθεση με μια ανασκόπηση του παρελθόντος, η θεώρηση του πεδίου της πολιτικής που έρχεται απαιτεί να αναγνωρίσουμε ότι αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό μόνο ως ένα καθορισμένο σύνολο κοινωνικών σχέσεων (εξίσου βιολογικών, πολιτικών και οικονομικών) που βρίσκεται υπό διαδικασία πραγματοποίησης. Φυσικά, κάθε ανάλυση που ουσιαστικά προλαμβάνει το παρόν, δεν είναι παρά μια ύψιστη θεωρητική ύβρις (αυτήν την περίοδο, η πραγματικότητα διαψεύδει με τον καλύτερο τρόπο εκείνους που ισχυρίζονται ότι είναι σίγουροι για το μέλλον).

Όσον αφορά στους σημερινούς αγώνες αλλά και σε αυτούς που έρχονται, το λιγότερο που μπορούμε να πούμε είναι ότι τα πεδία του ανταγωνισμού θα διαμορφωθούν από ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων, των οποίων η συνάρθρωση και η αμοιβαία εξάρτηση από τον βιολογικό και τον πολιτικό παράγοντα φανερώνουν ότι το κεφάλαιο διεξάγει έναν άλλοτε λανθάνοντα και άλλοτε ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο ενάντια σε ό,τι είναι ζωντανό (ανθρώπινη καθώς και μη ανθρώπινη παραγωγική δύναμη). Και κατά συνέπεια καθίσταται αναπόφευκτα λογικό ότι ο τόπος διεξαγωγής των αγώνων είναι πάντοτε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, εχθρικός (hostile)[ii] στην πραγματική κίνηση της ανατροπής, ότι το πεδίο της πολιτικής συνεχώς κατασκευάζεται και ανα-κατασκευάζεται και ως εκ τούτου δύναται να μετατραπεί σε ένα πιο φιλόξενο καθεστώς, το οποίο θα αμβλύνει όλους τους λανθάνοντες κοινωνικούς ανταγωνισμούς που με μεγάλη ταχύτητα αναδύονται.

            [ μέρος ΙΙ: Για την Ιταλία, έπεται ]


[i] Το μη-εισέτι-Ον (Noch-Nicht Sein) αποτελεί όρο από το έργο του Ernst Bloch. Στην προκειμένη περίπτωση, επιλέχθηκε η απόδοση του Σάββα Μιχαήλ στο έργο του Μορφές του Μεσσιανικού (βλέπε ενδεικτικά τις σελίδες 316-317). Συγκεκριμένα, ο ορισμός της ελπίδας από τον Ernst Bloch απηχεί ένα ου-τοπικό ιδεώδες: υποστηρίζεται, δηλαδή, ότι μόνο αυτό που δεν-υπάρχειακόμα, αυτό που δεν-είναι-ακόμα –το μη-εισέτι-ον–, μπορεί να υπάρξει, μπορεί να είναι. Επιπλέον, και η αναφορά του συγγραφέα του εν λόγω κειμένου στην πολιτική που έρχεται δεν έχει να κάνει με ένα μακρινό ή λιγότερο μακρινό μέλλον, αλλά ουσιαστικά αναφέρεται σε μία μεσσιανική ρήξη στο χώρο της πολιτικής σε παρόντα χρόνο. (Σ.τ.μ.)

[ii] Ο αναγνώστης θα πρέπει να γνωρίζει, πως στην αγγλική γλώσσα το hostile δεν σημαίνει μόνο την ιδιότητα της εχθρότητας απέναντι σε κάτι, αλλά ταυτόχρονα, εξαιτίας της ετυμολογικής του καταγωγής από το λατινικό hostis, αναφέρεται και στην ιδιότητα ενός υποκειμένου το οποίο λειτουργεί ως φορέας, ως φιλοξενών. (Σ.τ.μ.)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: