Διαρρηγνύοντας ορίζοντες. Της Sandra Göbel

[ Δημοσιευμένο στις 11 Απριλίου 2020, στο The New Inquiry. Μετάφραση: Χρήστος Κολτσίδας ]

Μέσα στα κάγκελα καθώς στριφογυρίζει,

απόκαμε το βλέμμα του, εικόνα δεν κρατά.

Τον περιζώνουν χίλια κάγκελα νομίζει,

και παραπέρα τίποτε, ο κόσμος σταματά.

Rainer Maria Rilke, “Ο πάνθηρας”[1]

Η φίλη μας Sandra μεγάλωσε κοντά στη Φρανκφούρτη της Γερμανίας και ενηλικιώθηκε εν μέσω των αντι-πυρηνικών κινημάτων της χώρας. Συμμετείχε σε ριζοσπαστικούς αγώνες από την εποχή της νεότητάς της, τη δεκαετία του ’80. Αφοσιωμένη αντιφασίστρια και αντικαπιταλίστρια, δεν ικανοποιήθηκε ποτέ με τις θέσεις, τις συνήθειες και τους περιορισμούς των πολλών μονοθεματικών προσπαθειών των κύκλων της αριστεράς που συνάντησε στα πολλά χρόνια που έζησε σε καταλήψεις στο Βερολίνο. Διερεύνησε υποτιθέμενες βεβαιότητες και διέρρηξε κατηγορίες του χώρου που ήταν  πολύ στενά οριοθετημένες. Ως κοινωνική επαναστάτρια με διεθνή δράση, ενοποίησε πολλούς αγώνες της αριστεράς, δίχως να αφήσει ποτέ τις προσπάθειές της να περιοριστούν στο πλαίσιο του μακροχρόνιου πάθους της για το (μαχητικό) αντι-πυρηνικό κίνημα. H εμπεριστατωμένη κριτική της στην τεχνολογία και την ιδέα της προόδου οδήγησε σε μια έρευνα επί της κυβερνητικής και σε κριτικούς-φιλοσοφικούς στοχασμούς για τη θεμελιώδη σχέση φύσης και ανθρώπου. 

Η Sandra άφησε προς το τέλος της ζωής της το Βερολίνο για τα οροπέδια της γαλλικής υπαίθρου. Ενώ έγραφε το παρακάτω κείμενο, η υγεία της χειροτέρευε. Ως αποτέλεσμα, το κείμενο παραμένει ημιτελές, ή διακόπτεται· μ’ άλλα λόγια, δεν στάθηκε δυνατό να ξεκαθαριστεί κάθε τι αβέβαιο εντός του. Οι αποπλέουσες αυτές λέξεις για τη μοίρα του μέλλοντος, μεταξύ τους κάποιες υπαγορευμένες σε φιλικό της πρόσωπο κατά τις τελευταίες στιγμές της διαύγειάς της, εκπληρώνουν την ευχή της να μοιραστεί τις σκέψεις της με φίλες-ους της για μια τελευταία φορά.  Δυστυχώς, πέθανε από καρκίνο πολύ νωρίς, τον Ιούνιο του 2019. Το κείμενο που ακολουθεί μεταφράστηκε από το γερμανικό πρωτότυπο στα αγγλικά.

H. Bolin, μεταφρaστής

ΓΙΑΤΙ είναι πάντα τόσο δύσκολο να συζητάμε για τις πιο πρόσφατες εξελίξεις της τεχνολογίας χωρίς να παραθέτουμε σημάδια για το επερχόμενο τέλος του κόσμου ή να βλέπουμε την πρόοδο αναπόφευκτα συνδεδεμένη με μια γραμμική πορεία; Είναι ανησυχητικό ότι το ερώτημα πώς θα ήταν ένας καλύτερος κόσμος έχει ξεχαστεί, παρά το γεγονός ότι ζούμε σε ένα εμφανώς καταστροφικό σύστημα, του οποίου το μόνο μέλλον είναι η απουσία μέλλοντος. Πώς μπορούμε να αποτινάξουμε τον βαθιά ριζωμένο φόβο μας για τo όριο του ορίζοντα και να προσπαθήσουνε να αλλάξουμε την πορεία του μέλλοντός μας;

Μας πετούν σαν παιδιά μπρος και πίσω μεταξύ αλήθειας και ψεύδους. Αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας τη μια στιγμή ως ευφυέστατους και την άλλη ως ανόητους. Υπερασπιζόμαστε με πείσμα τους εαυτούς μας ως αυτόνομα υποκείμενα που χρησιμοποιούμε εργαλεία με λογικό τρόπο για να φτιάξουμε τους μικρόκοσμούς μας, ενώ μας απασχολεί βαθιά η προοπτική να γίνουν οι μηχανές πιο ευφυείς από τις-ους δημιουργούς τους. Βρισκόμαστε εν όψει μιας νέας κανονικότητας που συνταράσσει ακόμα και τους πιο ενθουσιώδεις εξυπνάκηδες.

Κάποια στιγμή στην ιστορία, ο Δυτικός πολιτισμός άρχισε να εξισώνει τον χρόνο με τη χρονική διαδοχή. Ο χρόνος έγινε αντιληπτός ως μονοπάτι που οδηγούσε γραμμικά από το παρελθόν στο παρόν κι αποκεί στο μέλλον. Κατά τη βιομηχανική επανάσταση του 19ου αιώνα, περίοδο που χαρακτηρίστηκε από ενθουσιασμό για την πρόοδο και από την αποθέωση της νεωτερικότητας, οι άνθρωποι έτρεφαν μεγάλες ελπίδες για το μέλλον. Το μέλλον ερμηνεύτηκε ως βελτίωση του παρόντος. Αφού ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έδωσε τέλος στην πίστη για τον τελικό θρίαμβο του λόγου κι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, με τις καταστροφές του που είχαν βαθιά τεχνολογικό χαρακτήρα, κατέστησε αδύνατη την πίστη στην πρόοδο, κι ο τελευταίος από τους παλαιούς θεούς υποχώρησε, μόνο οι τεχνοκράτες απέμειναν να καθορίσουν την τάξη των πραγμάτων. Σήμερα μοιάζει να έχουμε εξοικειωθεί, σε γενικές γραμμές, με μια σειρά από θεμελιώδεις υποθέσεις που μας παραλύουν. Αυτό μας καθιστά όλες-ους ‒επικρίτριες-ές και πρωταγωνίστριες-ές του νέου, έξυπνου κόσμου ‒ φαινομενικά ανίκανες-ους να αποφύγουμε να σκεφτούμε τον κόσμο μέσω μιας ποσοτικής λογικής και να μεταφράζουμε, οι ίδιες-οι, τα πάντα σε αριθμούς.

Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, όταν όλες οι πολιτικές συζητήσεις στη Δύση βυθίστηκαν στα δίπολα του αντι-κομμουνισμού, οι τεχνοκράτες αναγνώριζαν ομόφωνα πως η ελευθερία εδραζόταν μόνο σε προτάσεις που κράτησαν αποστάσεις από πολιτικές θέσεις και αυτοανακηρύχθηκαν αποδεσμευμένες από την ιδεολογία. Αυτή την περίοδο, ο Norbert Wiener[2] και ο κύκλος του των υπολογισμών των ενδεχόμενων [prospective calculation circle] απόσταξε τις αρχές της κυβερνητικής ενώ εργαζόταν πάνω σε ένα βαλλιστικό-πυραυλικό σύστημα. Η κυβερνητική αποτέλεσε μοντέλο του τρόπου καθοδήγησης των Δυτικών δημοκρατικών κοινωνιών και ενσωματώθηκε στη διοίκηση της οικονομίας ‒ με τις δυο τελευταίες όλο και περισσότερο να εξομοιώνονται.

Έχοντας επιβιώσει από μια έντονη δημόσια αντιπαράθεση την περίοδο μεταξύ του 1950 και 1970, η οποία περιείχε τα πάντα, από εορτασμούς για ένα υπολογίσιμο μέλλον μέχρι ενδελεχείς αναλύσεις που προέβλεπαν το επερχόμενο τεχνοκρατικό καθεστώς, η κυβερνητική έσφιξε τα ηνία της στα χρόνια που ακολούθησαν, αλλά το έκανε αθόρυβα.  Στις συζητήσεις για τον αυτοματισμό τη δεκαετία του 1980, ορισμένες καίριες επιπτώσεις της κυβερνητικής άρχισαν να εξαφανίζονται. Η συνειδητοποίηση των  επιπτώσεων αυτών αναδύθηκε ξανά από τη στιγμή που το διαδίκτυο και η εκτεταμένη εικονική του πραγματικότητα τις κατέστησαν και πάλι προφανείς. Ξαφνικά οι άνθρωποι άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι κάτι έλειπε από τις ζωές τους. Αν θέλουμε να αποφύγουμε να κατηγορήσουμε απλώς για αυτή την έλλειψη τα τεχνητά φετίχ για τεχνολογία ή να κοιτάμε επίμονα το πρόβλημα όπως το κουνέλι χαζεύει το φίδι, τότε πρέπει να αναζητήσουμε μια απάντηση κατά μήκος της διαδρομής που έχει ήδη πραγματοποιηθεί. Πρέπει να ερευνήσουμε την κατεύθυνση που έχει επιλεχθεί και τα συγκεκριμένα βήματα· πρέπει να σκαλίσουμε το υπάρχον [das Gewordensein] για τις ιδέες του και την εξέλιξή του. Από τη στιγμή που η καθοδηγούμενη αυτό-οργάνωση είναι η θεμελιώδης αρχή της κυβερνητικής, το πρώτο βήμα είναι η διαφοροποίηση μεταξύ καθοδήγησης και ηγεσίας. Το παρόν κείμενο συνιστά απόπειρα να καταδειχθεί αυτή η διαφορά συμμετέχοντας σε μια συζήτηση που έλαβε χώρα πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία όμως, έμμεσα, προέβλεψε το τέλος του.

Έξι χρόνια πριν το πρώτο Συνέδριο Macy (σειρά συνεδρίων που ξεκίνησαν το 1946 στη Νέα Υόρκη με σκοπό τη δημιουργία μιας κοινής γλώσσας μεταξύ των διαφορετικών επιστημονικών κλάδων), το οποίο επιχείρησε να καταστήσει κοινωνικά αποδεκτή την έννοια της κυβερνητικής, ένα διεπιστημονικό συνέδριο που ονομάστηκε Συνέδριο για την Επιστήμη, τη Φιλοσοφία και τη Θρησκεία έλαβε χώρα στη Νέα Υόρκη. Η συζήτηση που με ενδιαφέρει πραγματοποιήθηκε σ’ αυτό το συνέδριο. Οργανώθηκε από εννιά κοινωνικούς επιστήμονες, μέλη μιας ομάδας που περιστοίχιζε τον συντηρητικό στοχαστή Louis Finkelstein. Η ομάδα είδε στο πρώτο της συνέδριο του 1940 αυτό που αποκάλεσε «απόπειρα να αντιμετωπιστεί η κρίση του πολιτισμού μας μέσω ενός πειράματος στην εταιρική σκέψη». O Finkelstein δημοσίευσε ένα κείμενα με τίτλο «Οι στόχοι του Συνεδρίου», στο οποίο υποστήριξε ότι o πυρήνας της κρίσης βρισκόταν σε μια «διανοητική σύγχυση» που ήταν εξίσου –αν όχι και περισσότερο– επείγουσα με «τον απολυταρχικό τρόπο ζωής [που] εξαπλώνεται ταχύτατα στον κόσμο, με επικείμενο τον κίνδυνο για τον πολιτισμό». Οι δεδηλωμένοι στόχοι του συνεδρίου μπορούν να γίνουν κατανοητοί ως μια πρώιμη εκδοχή της σύγχρονης σκέψης πάνω στον εξτρεμισμό, στην οποία η απειλή για τη δημοκρατία έχει λανθασμένα αποδοθεί στους επικριτές της. Παρά την ασαφή τους διατύπωση, είναι ξεκάθαρο ότι δεν ήταν οι φασίστες αυτοί τους οποίους φοβόντουσαν πιο πολύ. Ο Finkelstein συνέχιζε:

Για περισσότερο από δύο δεκαετίες η κοινή γνώμη έχει υποβληθεί στην πανίσχυρη προπαγάνδα λίγων εύγλωττων αντιπάλων των δημοκρατικών μας θεσμών. Η επιρροή τους […] έχει ενισχυθεί από τη διάθεση του γενικού μορφωμένου πληθυσμού και από τον αριθμό των συγγραφέων και δασκάλων των οποίων ο αυτοκαταστροφικός σκεπτικισμός έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους δικτάτορες.

Η ιδέα για την επίτευξη «μιας ενότητας σκέψης και πράξης […] προς οικοδόμηση ασφαλέστερων θεμελίων για τη δημοκρατία» ισοδυναμεί με ανοιχτή συζήτηση σε κλειστό κύκλο, μιας και η έννοια της δημοκρατίας εξισώθηκε με τον αμερικανικό τρόπο ζωής. Ακόμη κι αν η επίδρασή του δεν θα έπρεπε να υπερεκτιμηθεί και, ακόμη κι αν δεν υπάρχουν άμεσες αναφορές σε οικονομικές διαστάσεις, το συνέδριο παρείχε ευνοϊκές συνθήκες για το αόρατο χέρι που θρέφει την αυτο-ρυθμιζόμενη μονάδα. Η διάσημη ανθρωπολόγος Margaret Mead εισηγήθηκε τον όρο «κυβερνητική δευτέρας τάξεως» το 1968 για να περιγράψει αυτή τη διαδικασία. Στη συνέχεια ο όρος χρησιμοποιήθηκε από τον Heinz von Foerster, συνάδελφό της στην έρευνα, ο οποίος χρησιμοποίησε την κυβερνητική του ορολογία για να εξυμνήσει τον τρόπο με τον οποίο έδρασαν οι διευθύνοντες στη διάρκεια της τελευταίας φάσης της έρευνάς του τη δεκαετία του 1980, ενώ ο νεοφιλελευθερισμός άνθιζε με άγριους ρυθμούς στο εύφορο έδαφος που δημιουργούσαν οι βασικές αρχές της τεχνολογικής αυτο-ρύθμισης.

Ο Heinz von Foerster υπήρξε εμβληματική μορφή του τεχνολογικού χαμαιλεοντισμού: Στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου κατασκεύασε ραντάρ για τους Ναζί, για να αλλάξει τελικά πολιτικά στρατόπεδα και να σαλπάρει για την Αμερική. Διεξήγαγε έρευνα για τον αμερικανικό στρατό ως τα τέλη του 1960 και κατόπιν υποστήριξε τους επικριτές του στρατού και μέλη της αντικουλτούρας στα αιτήματά τους για περισσότερη αυτό-ρύθμιση  και αυτονομία. Τέλος, δεν θα μπορούσε να παραληφθεί ότι υπήρξε σύμβουλος σε σχολές διοίκησης. Ενώ ο Heinz von Foerster ήταν απασχολημένος με την διάδοση των αρχών της κυβερνητικής, η Margaret Mead αθόρυβα αφιερώθηκε στη διοχέτευση της ανθρωπολογικής γνώσης, που είχε αποκτήσει στο ερευνητικό πεδίο της, στην αποικιακή λογική της CIA.  

Margaret Mead: Ταπεινότητα μπρος στις δυνάμεις του πολιτισμού

Μια συνέχεια του προαναφερθέντος συνεδρίου οργανώθηκε το 1941. Αυτή τη φορά η Margaret Mead κλήθηκε να μιλήσει. Στην εισήγησή της με τίτλο «Η συγκριτική μελέτη του πολιτισμού και η συνειδητή καλλιέργεια δημοκρατικών αξιών» διερεύνησε πώς η ανθρωπολογική της θέση θα μπορούσε να «επιβεβαιώσει μια πίστη και να επιχειρήσει να οδηγήσει έναν ολόκληρο πολιτισμό σε μια ορισμένη κατεύθυνση». Η προς επιβεβαίωση πίστη αφορά εδώ τον πολιτισμικό σχετικισμό. Επιδραστική στη Βόρεια Αμερική, αυτή ήταν η πεποίθηση πως «κάθε στοιχείο πολιτισμικής συμπεριφοράς [θα έπρεπε] να ιδωθεί σε σχέση με την κουλτούρα της οποίας είναι κομμάτι». Η έμφασή της στη «συστηματική αλληλεξάρτηση των διαφόρων πολιτισμικών στοιχείων» μπορεί να γίνει κατανοητή ως μια προσπάθεια να αντιμετωπίσει τις παρούσες κοινωνικές εντάσεις μεταθέτοντας την εστίαση από τους ασυμβίβαστους στόχους των διαφορετικών συνιστωσών στην προβληματική τους σχέση, έτσι ώστε να σταθμίσει το κόστος και τα οφέλη των πιθανών αποφάσεων. Το παράδειγμα που επέλεξε η Margaret Mead  ‒«το ερώτημα για την υποχρεωτική στείρωση των ακατάλληλων, ως μέτρο που θα γλιτώσει την κοινωνία από τη δαπάνη και κοινωνική σπατάλη ενός μεγάλου μειονεκτικού πληθυσμού»‒ μας αποτρέπει να υποθέσουμε ότι διακρινόταν από ανοιχτόμυαλες και ειρηνικές αντιλήψεις.

Αφού εξέτασε τον ρόλο της-ου ανθρωπολόγου «να συσχετίζει ετερόκλητα στοιχεία με ολόκληρα συστήματα, αξιοποιώντας τη σύγκριση του ενός συστήματος με το άλλο […] προειδοποιώντας και επισημαίνοντας τις συνέπειες ποικίλων αλλαγών και τάσεων […] για να οδηγήσει σε αλλαγή [τους] προς μια ανώτερη μορφή δημοκρατίας», η Mead εστίασε στο κυρίως ζήτημα της διαμάχης:

Ωστόσο, αν πάμε το ερώτημα ένα βήμα παραπέρα και πούμε: «Έχουμε καθορίσει την κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να κινηθούμε. Τώρα εσείς, κοινωνικοί επιστήμονες, ειδικές-οί του πολιτισμού, πείτε μας πώς να φτάσουμε εκεί. Εφαρμόστε εσείς το πνευματικό πρόγραμμα για λογαριασμό μας!» σημαίνει αυτό ότι έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου η ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης και η επιστημονική διαδικασία συγκρούονται; Δε χρειάζεται έλεγχο η εφαρμογή μιας καθορισμένης κατεύθυνσης και ο έλεγχος από τη φύση του δεν ακυρώνει τη δημοκρατία; 

Στη συνέχεια η Mead τόνισε ότι η επιβολή απλώς της υπακοής είναι ανεπαρκής για τη δημιουργία ατομικής ηθικής ευθύνης στον πληθυσμό. Για να παρακάμψουν το πρόβλημα, οι επιστήμονες πρέπει πρώτα να σκεφτούν πάνω στη δική τους θέση ως σχεδιάστριες-ές και εκτελέστριες-ές. Είναι οι ίδιες-οι μέλη του συνόλου. Επιπλέον:

Το δίλημμα που ξεκάθαρα πρέπει να αντιμετωπιστεί […] είναι ότι η εφαρμογή δεν μπορεί ποτέ να λάβει τη μορφή ολοκληρωμένων σχεδίων για το μέλλον, αλλά πρέπει να περιλαμβάνει καθοδήγηση, έναν προσανατολισμό του πολιτισμού προς μια κατεύθυνση όπου νέα υποκείμενα, που θα ανατραφούν υπό την πρώτη ώθηση αυτής της καθοδήγησης, μπορούν να μας πάνε, και θα μας πάνε, πιο μπροστά.

Η αλλαγή εστίασης από το στατικό αποτέλεσμα στη δυναμική διαδικασία συμβάδισε με αυτό που η Mead παρατήρησε στη φαινομενική αδυναμία «πρόβλεψης του σκοπού προς τον οποίο οι επιστήμονες θέτουν σε κίνηση αυτή τη διαδικασία». Όμως, αυτό δεν μείωσε την αποφασιστικότητα της-ου επιστήμονος-α να «ελέγξει τις διεργασίες της ιδιόμορφης φύσης του δικού του πολιτισμού». Η Mead δεν απέρριψε πάνω σε ηθική βάση «το ολοκληρωμένο σχέδιο ενός απόλυτα επιθυμητού τρόπου ζωής» που θα επιτυγχάνονταν από «τον αδίστακτο χειρισμό των ανθρώπων». Με δεδομένη την αναπόφευκτη εξάρτηση του πολιτισμού από τη μετάδοσή του από γενιά σε γενιά, η άμεση χειραγώγηση αποδεικνύεται δυσλειτουργική, μιας και «τα θύματα μιας διαδικασίας σαν αυτή γίνονται σταδιακά πιο απαθή, παθητικότερα, και χάνουν σε αυθορμητισμό. Οι ηγέτες γίνονται προοδευτικά πιο παρανοϊκοί».

Σήμερα αναγνωρίζουμε τις σκέψεις της στη δική μας πραγματικότητα. Αλλά, όπως πάντα, τα πράγματα έχουν εξελιχθεί λίγο διαφορετικά. Αυτό που βιώνουμε είναι μια μορφή ελέγχου της οποίας η μεθόδευση είναι σχεδόν αόρατη, κι όμως, αυτή η μεθόδευση ακόμη διενεργείται με τις πιο εξωφρενικές μεθόδους χειραγώγησης, πράγμα που δημιουργεί ακριβώς τα αποτελέσματα μιας στένωση του ορίζοντα που περιεγράφηκε παραπάνω.  Ίσως αυτό γίνεται ξεκάθαρο σε μας μόνο από τη στιγμή που οι μέθοδοι καθοδήγησης έχουν ενσωματωθεί γενικότερα στην κοινωνική μηχανική.

Παρ’ όλα αυτά, οι συνέπειες των σκέψεων της Mead δεν έγιναν, απ’ ό,τι φαίνεται, πλήρως κατανοητές στην εποχή της. Ακόμη κι ο σύζυγός της ‒ο ίδιος Gregory Bateson που μετέπειτα έγινε γνωστός για τη χρήση των κυκλικών μοντέλων της κυβερνητικής για την κατανόηση της λειτουργίας της λογικής και της ψυχοσύνθεσης, που με τη σειρά της θα σχημάτιζε τη βάση της αυτο-καθοδηγούμενης θεραπείας στα πρότυπα του R. D. Laing, του Σκοτσέζου ψυχιάτρου‒ ερμήνευσε το στρατηγικό συμπέρασμα που η ίδια άντλησε από την πληθώρα σχέσεων μεταξύ πολλών γενεών ως αδυναμία στη σκέψη της. Οι εκτιμήσεις της Mead μπορούν να συνοψιστούν σε μια τριάδα: Πρώτον, βρόγχοι ανατροφοδότησης επενεργούν από γενιά σε γενιά, καθιστώντας δύσκολο κάθε σχεδιασμό σε παροντικό χρόνο. Δεύτερον, αυτό σημαίνει ότι ένα υποκείμενο δεν μπορεί ποτέ να εκπληρώσει το συνολικό σχέδιο (όπως αυτό παρίσταται στον τελικό σχεδιασμό), παρά την όποια αποφασιστικότητα και επιρροή διαθέτει. Και, τρίτον, η εφαρμογή αυτού του σχεδίου στην πράξη δεν απαιτεί τη χειραγώγηση του υποκειμένου, αλλά, μάλλον, τη χειραγώγηση των συνθηκών που καθορίζουν τη δυνατότητά του να συμμορφώνεται στο επιθυμητό μοντέλο.

Gregory Bateson: Απάντηση σε μια ερώτηση που δεν τέθηκε

Στα σχόλιά του για την εισήγηση της Μead που δημοσιεύθηκαν στο Επιστήμη, Φιλοσοφία και Θρησκεία: Δεύτερο συνέδριο, ο Gregory Bateson, ανθρωπολόγος ο ίδιος, δήλωνε ότι η επίμαχη διαμάχη αφορούσε τη σύγκρουση δημοκρατικών και εργαλειακών κινήτρων, μια «μάχη ζωής και θανάτου για τον ρόλο που θα διαδραματίσουν στη διάταξη των ανθρωπίνων σχέσεων οι κοινωνικές επιστήμες». Μ’ αυτό το σχόλιο, ο Bateson προέβλεπε την ενοποίηση επιστήμης και πολιτικής που θεμελιωδώς διαμόρφωσε την ψυχροπολεμική εποχή. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο επαναπροσδιορίζει το επιχείρημα της Mead, αγνοώντας πλήρως τις διαγενετικές όψεις του χρόνου που εκείνη ανέπτυξε, μοιάζει σχεδόν κλισέ και οδηγεί σε εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα: 

[H Mead] Δηλώνει ξεκάθαρα ότι αυτή η νέα μετατόπιση στην έμφαση ή τη διαμόρφωση [Gestalt] της σκέψης μας θα είναι πορεία σε αχαρτογράφητα νερά. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι είδους ανθρώπινα όντα θα προκύψουν από μια πορεία σαν κι αυτή […] Η Δρ. Mead μπορεί μονάχα να μας πει ότι αν ακολουθήσουμε τον δρόμο που θα έμοιαζε πιο φυσικός […] σίγουρα θα αντιμετωπίσουμε δυσκολίες. Εκείνη έχει χαρτογραφήσει τις δυσκολίες για λογαριασμό μας και μας  συμβουλεύει να ακολουθήσουμε έναν άλλο δρόμο· αλλά προς κατεύθυνση νέα, ακόμη αχαρτογράφητη.

Ενώ [ο Bateson] λαμβάνει υπόψιν τους «διαφορετικούς τρόπους αντίληψης ακολουθιών της συμπεριφοράς», επανατοποθετεί το ζήτημα στο ψυχολογικό πλαίσιο της ατομικής μάθησης. Ο χρονικός ορίζοντας περιορίζεται στη μία γενιά, στο ερώτημα πώς τα παιδιά του παρόντος θα έπρεπε να συμπεριφέρονται όταν ενηλικιωθούν και τι μπορούμε να τους διδάξουμε σήμερα, στις αρχές της δεκαετίας του ’40. Είναι εντυπωσιακό ότι οι ιδέες του Bateson αντικατοπτρίζουν τους τρόπους σκέψης που αναδύθηκαν από τα εργαστήρια των ψυχολόγων που μελέτησαν τη μάθηση σε σκύλους και περιστέρια, παρά τη δεδηλωμένη απόστασή του από τη θεωρία του συμπεριφορισμού. Το υποκείμενο βρέθηκε στο επίκεντρο ενώ το περιβάλλον αγνοήθηκε. Αφήνοντας υπόρρητα το κοινό να ξεχάσει το ζητούμενο της κοινωνικής ενότητας που αποτελούσε εξαρχής τη βάση της πρότασης της Mead, [ο Bateson] περιορίζει την εμβέλεια του επιχειρήματός της.

O Bateson αναφέρεται στη Mead όταν κάνει διάκριση ανάμεσα στην «κοινωνική μηχανική» ‒τη χειραγώγηση των ανθρώπων με σκοπό τη θέσπιση του σχεδίου για μια προγραμματισμένη κοινωνία‒ και τα ιδεώδη της δημοκρατίας ‒ την «υπέρτατη αξία και ηθική ευθύνη κάθε ανθρώπινου όντος». Δεν είναι μόνο ότι αυτή η έντονη αντίθεση δίνει την εντύπωση πως η συμβολή της Mead θα έπρεπε να διαβαστεί κυρίως υπό ηθικό πρίσμα, αλλά μεταβάλει και τη χρησιμότητα του επιχειρήματος. Ενώ εκείνη το χρησιμοποιεί για να προσανατολιστεί προς μια διαδικασία κι όχι προς έναν σκοπό, εκείνος χρησιμοποιεί το επιχείρημά της για να συνδέσει την κοινωνική μηχανική (μια φράση που εκείνη ούτε καν χρησιμοποίησε) με τη στοχευμένη χειραγώγηση. Αμέσως επιλύει τις ηθικές δυσκολίες. Υπάρχουν ήδη τεχνικές χειρισμού και ο καλύτερος τρόπος ώστε να αποτραπεί η κατάχρησή τους είναι να τεθούν στα χέρια ανθρώπων με ευγενείς προθέσεις. 

Θα διαφυλάξουμε τις τεχνικές και το δικαίωμα χειραγώγησης των ανθρώπων ως προνόμιο λίγων ατόμων που σχεδιάζουν, προσανατολίζονται βάσει στόχων και διψούν για δύναμη και στα οποία η εργαλειακότητα της επιστήμης ασκεί μια φυσική έλξη;

Ο Bateson χρησιμοποιεί το παράδειγμα του Εθνικοσοσιαλισμού για να μιλήσει για τη χειραγώγηση και η ιδέα του για τη χαρτογράφηση «των  νοητικών συνηθειών» για προστασία των ανθρώπων από την εκμετάλλευση πρέπει να κατανοηθεί σε αυτό το πλαίσιο. Απ’ ό,τι φαίνεται, είναι προτιμότερο οι επιστήμονες να αξιολογούν και να κατευθύνουν τις ανθρώπινες πράξεις βασιζόμενες-οι στις φαινομενικά ορθολογικές τους αρχές. Ποια-ός θα αμφισβητούσε τότε την ανάγκη να «έχουμε στα χέρια μας κάτι καλύτερο από μια λίστα τυχαίων συνηθειών»;

Η Δρ. Mead μας λέει να πλεύσουμε σε αχαρτογράφητα νερά, υιοθετώντας μια νέα συνήθεια σκέψης· αλλά αν ξέραμε πώς αυτή η συνήθεια σχετίζεται με τους άλλους, ίσως να μπορούσαμε να κρίνουμε τα πλεονεκτήματα και τους κινδύνους, τις πιθανές σκοπέλους μιας πορείας σαν κι αυτή. Ένα τέτοιο διάγραμμα ίσως μας δώσει την απάντηση σε κάποια από τα ερωτήματα που εγείρει η Δρ. Mead […] τα βασικά σημεία, αν θέλετε – πάνω στα οποία πρέπει να δομηθεί η οριστική ταξινόμηση.

Δεν είναι η πρόταση για μια οριστική ταξινόμηση το ακριβώς το αντίθετο απ’ ό,τι θεωρούσε δυνατό η Mead; Με βάση τη δική μου ανάγνωση, ο Bateson επιχείρησε να ακυρώσει το πραγματικό θεμέλιο του επιχειρήματός της, όπου αυτή γράφει: «αυτό που θεωρήσαμε πως ήταν ο κόσμος που ονειρευτήκαμε να αγγίξουμε, τα μέλη αυτού του κόσμου θα είναι τόσο διαφορετικά από εμάς που δεν θα μπορούν πλέον να τον αξιολογήσουν με τους ίδιους όρους που τώρα εμείς τον επιθυμούμε». Τελικά, η πρότασή του δεν αφορούσε απλώς την ανεύρεση συνηθειών, το πώς αποκτούνται και εντός ποιων πολιτισμών σχηματίζονται. Αντ’ αυτού επέλεξε μια πιο ενεργητική προσέγγιση:

Αντιθέτως, ίσως να είμαστε σε θέση να αποκτήσουμε έναν πιο οριστικό –πιο λειτουργικό– ορισμό τέτοιων συνηθειών ως «ελεύθερη βούληση» αν αναρωτηθούμε, «Τι είδους πειραματικό πλαίσιο μάθησης θα σχεδιάζαμε ώστε να καλλιεργήσουμε αυτή τη συνήθεια;» «Πώς θα μπορούσαμε να κατασκευάσουμε τον λαβύρινθο ή το κουτί-πρόβλημα έτσι ώστε ο ανθρωπόμορφος αρουραίος να αποκτήσει μια επαναλαμβανόμενη και ενισχυμένη αίσθηση της ελεύθερης βούλησής του;»

Ό,τι προαναγγέλεται  σε αυτό το σημείο, αναδιπλώνεται στον εαυτό του: Αφού η Mead έθεσε το ερώτημα πώς να αντιμετωπιστεί η λεπτή γραμμή  ανάμεσα στην καλλιέργεια αξιών και τη χειραγώγηση της κοινωνίας, ο Bateson απέρριψε την ανάλυσή της, εστίασε στην ίδια τη διαδικασία – με σκοπό να σχεδιάσει στη συνέχεια έναν χάρτη του επιθυμητού αποτελέσματος με οδηγίες για τον λειτουργικό έλεγχο της διαδικασίας.  

Πρώτα συμπεράσματα: Η μηχανή που κατοικεί στη μηχανή ως πνεύμα της

Δεδομένης της τωρινής μας κατάστασης, έχουμε την τάση να υπερεκτιμούμε την τεχνική πλευρά της κυβερνητικής εντοπίζοντας τα θεμέλιά της στα όνειρα του ρομπότ που μεταμορφώθηκαν σε διαδικτυακή πραγματικότητα. Έτσι παραβλέπουμε ότι κατά την περίοδο διαμόρφωσης της κυβερνητικής, πτυχές της δυνατότητας μελλοντικού σχεδιασμού των κοινωνιών θεωρούνταν εξίσου σημαντικές. Αντί να προτείνω μια καθαρά ακαδημαϊκή ανάλυση της γενεαλογίας της κυβερνητικής ή να χωρίσω την ιστορία σε προ- και μετα- και να θεωρήσω σημαντικό μόνο ό,τι βρίσκεται στο ενδιάμεσο, έχω επιλέξει δύο κείμενα για να προσδιορίσω τις μεθόδους της.

Ένα από τα μέσα της κυβερνητικής είναι η απόπειρα προσανατολισμού των τωρινών προσπαθειών προς την κατεύθυνση ενός μελλοντικού στόχου. Η κυβερνητική έχει πλέον διαποτίσει πλήρως τις πνευματικές και υλικές δομές μας, και το έχει κάνει με πρόσχημα τουλάχιστον τη συμβουλευτική διαχείριση. Η εν λόγω μέθοδος μάς έγινε γνωστή ως μελλοντολογία ή μελλοντική έρευνα. Εμφανίστηκε ως ένα μέσο οπλικού ελέγχου σε περιόδους που υπήρχε κίνδυνος πυρηνικού πολέμου. Εκλεπτύνθηκε σε ερευνητικό εργαλείο για την κοινωνική μηχανική ώστε να αποφευχθούν λίγο αργότερα οι καπιταλιστικές κρίσεις. Ορισμένα συμπεράσματα που αντλήθηκαν από την ψυχροπολεμική υστερία χρησιμοποιήθηκαν προς αυτόν τον σκοπό: ήδη από το 1961, ο  Louis Armand και ο Michel Drancourt προέβλεψαν ότι μετά τη δεύτερη φάση της βιομηχανικής επανάστασης, που υποσχέθηκε μια εποχή αφθονίας, οι ιδεολογίες θα γίνονταν εξίσου παρωχημένες με τις οικονομικές και πολιτικές δομές της εποχής τους.  

Σύμφωνα με τον Herman Kahn, την πιο επιδραστική και απωθητική φιγούρα της μελλοντολογίας, σκοπός της μελλοντολογίας ήταν να παράγει μια «πρόβλεψη χωρίς αντίφαση». Αυτό δεν ήταν αρκετό για τον Γάλλο μυθιστοριογράφο και πολιτικό Jacques de Bourbon-Busset, ο οποίος έγραψε σε ένα άρθρο με τίτλο «Σκέψεις πάνω στην πιθανή συμπεριφορά» πως ο ίδιος «δεν επιθυμούσε να προβλέψει ένα πιθανό μέλλον, αλλά να προετοιμάσει ένα επιθυμητό μέλλον, και ίσως να πάει κι ένα βήμα παραπέρα: να προσπαθήσει να καταστήσει πιθανό αυτό το επιθυμητό μέλλον». Αυτό είναι το σημείο όπου η πρόταση του Bateson για εστίαση στην πρακτική εφαρμογή γίνεται πραγματικότητα στην κοινή συνείδηση των μελλοντολόγων. Έργο τους δεν είναι να εξηγήσουν κοινωνικές αντιφάσεις ούτε να προτείνουν λύσεις, αλλά μονάχα να δείξουν πώς αυτά τα προβλήματα μπορούν αναληφθούν από γεγονότα. Το έργο τους αφορά τον τρόπο με τον οποίο εξ αρχής μπορούν να κατασκευαστούν γεγονότα, και να παρουσιαστούν σαν πραγματικά.

Ο Hasan Özbekhan, διευθυντής σχεδιασμού της Εταιρείας Ανάπτυξης Συστημάτων [System Development Corporation], οραματίστηκε τη χρήση βάσεων δεδομένων στον υπολογισμό μελλοντικών συνθηκών και, κατ’ επέκταση, «τη δημιουργία προσδοκιών με χειραγώγηση συνθηκών του μέλλοντος διά του παρελθόντος, έτσι ώστε να δούμε […] ποιες αλλαγές πρέπει να επιδιωχθούν ώστε να επιτευχθούν αυτές οι προσδοκίες». Όπως υποστηρίζει στο The Idea of a “Look-Out” Institution,αυτό θα μετέτρεπε τη μελλοντολογία σε «μέθοδο οργάνωσης που χρησιμοποιεί το μέλλον σαν επιχειρησιακό εργαλείο […] για να θέσει σε κίνηση το μέλλον που έχει συλληφθεί».

Οι μελλοντολόγοι ήταν συνήθως άνθρωποι με καλές προθέσεις, οι οποίοι ήθελαν να μειώσουν τις πιθανότητες πολέμων – ή τουλάχιστον να καταστήσουν τους πολέμους λιγότερο βάναυσους. Πίστεψαν ότι ο καπιταλισμός θα μπορούσε να αλλάξει πορεία μόλις γίνονταν αντιληπτές οι δυναμικές λεηλασίας στο εσωτερικό του. Ενώ οι προθέσεις αυτές σύντομα ξεχάστηκαν, η όλη λογική και οι τεχνολογίες διατηρήθηκαν. Οι προβλέψεις ακόμη χρησιμοποιούνται ως εργαλεία μορφοποίησης του παρόντος. Ίσως να μην ήταν ικανοί οι μελλοντολόγοι να προβλέψουν τον απόλυτο χαρακτήρα που θα λάβαινε ο μετασχηματισμός τους των αξιών. Ως αληθινοί μελλοντολόγοι, ζούσαν ήδη στο τυφλό σημείο που βοήθησαν να δημιουργηθεί, μη αναγνωρίζοντας ότι «το τέλος των ιδεολογιών» είναι αδύνατο για τους ανθρώπους. Αυτός ο στόχος δεν μπορεί να επιτευχθεί, μόνο να ξεχαστεί, μιας και η απουσία αξιών είναι η ίδια μια αξία. Αν η μηχανή δεν ελέγχεται από ανθρώπους, γίνεται κατεύθυνση η ίδια – και τελικά η επιθυμία για επιβίωση παίρνει μια αντιπαραγωγική στροφή. Κατά την άποψή μου, για να βρούμε έναν πιο ενδιαφέροντα δρόμο, πρέπει να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας κάτι πέρα από την ατομική προοπτική – ώστε να μην κοιτάμε απλά τον μαύρο καθρέφτη, αλλά μαζί να περάσουμε μέσα από αυτόν.

Η κυβερνητική, δεν περιορίζει απλά τον κόσμο στα μέτρα του δικού της προτύπου, αλλάζει επίσης την αντίληψή μας, καθιστώντας περιττή κάθε διαφοροποίηση μεταξύ του κόσμου και του προτύπου-για-τον-κόσμο. Σαν πάνθηρες βηματίζουμε μπρος και πίσω από κάγκελα, ξέροντας ότι ο κόσμος βρίσκεται πέρα από αυτά. Στη μάχη για περισσότερη αυτονομία, αυτή η διαφοροποίηση μεταξύ κόσμου και προτύπου είναι θεμελιώδης, καθώς χωρίς τη δίψα για υπέρβαση, για την ομορφιά του κόσμου –δίψα που προκύπτει από την ξαφνική έκπληξη τού να είσαι ζωντανή-ός ανάμεσα σε πληθώρα ζωντανών όντων– δεν θα είμαστε σε θέση να κάνουμε το μικρό βήμα προς το μέρος που είναι αναγκαίο για να βγούμε έξω και να πατήσουμε σε στέρεο έδαφος. Αυτός είναι ο λόγος που αντιλαμβάνομαι την κυβερνητική ως μια ιδεολογία σύγχυσης ή, χειρότερα, ως ιδεολογία οργανωμένης λήθης. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι η καθοδήγηση, αλλά ο φόβος μας να θραύσουμε τον ορίζοντα και να βαδίσουμε προς ένα μέλλον που παραμένει άγνωστο.


[1] Πετρίδης, Ανδρέας. Ο Πάνθηρας σε ανοιχτό μεταφραστικό εργαστήρι και άλλα 30 ποιήματα του Ρ. Μ. Ρίλκε, Λευκωσία, 2015.

[2] Ο Norbert Wiener (1894-1964) ήταν Αμερικανός μαθηματικός και φιλόσοφος, καθηγητής στο MIT.  Η έρευνά του ήταν στα πεδία της ηλεκτρονικής μηχανικής, των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των συστημάτων ελέγχου. Θεωρείται θεμελιωτής του κλάδου της Κυβερνητικής (Cybernetics). https://en.wikipedia.org/wiki/Norbert_Wiener (Σ.τ.Μ.)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: